Πόσο ανεβαίνει η θερμοκρασία, γιατί δεν πέφτει τις νύχτες, πόσο θα διαρκέσει αυτό το κακό, ποια μέτρα προστασίας πρέπει να λαμβάνονται στις δουλειές, ποιες από αυτές αναβάλλονται, ποιες πρέπει να διακόπτονται τις μεσημεριανές ώρες, τί είδους μέτρα αυτοπροστασίας συνιστώνται για τη θερμική καταπόνηση του οργανισμού. Ο καύσωνας είναι το θέμα που απασχολεί την καθημερινότητα όλων μας. Είναι κι ο ισχυρότερος που ‘χει συμβεί εδώ και πέντε χρόνια. Και μαζί με την ξηρασία που ‘χει προηγηθεί (για πρώτη φορά το έδαφος είναι τόσο στεγνό στο 1 μέτρο κάτω από την επιφάνεια) και τα μελτέμια που δυναμώνουν, στο μυαλό όλων είναι ο διαρκής κίνδυνος της πυρκαγιάς.
Αυτά είναι μεγάλα θέματα της πολιτικής –ή, θέματα μεγάλης πολιτικής. Ασχολείται με αυτά, εκούσα άκουσα, η ελληνική κοινωνία.
Με την ακρίβεια, πχ, και την πρωτοφανή αναδιανομή εισοδήματος τα τελευταία χρόνια, σε βάρος της εργασίας. Με το παρατημένο δημόσιο σχολείο, όπου στέλνουμε τα παιδιά να μάθουν γράμματα από δασκάλους που η πολιτεία δεν νοιάζεται να τους επιμορφώνει και τους δίνει σκάρτα 800 ευρώ το μήνα για να πιάσουν δουλειά –τόσο εκτιμά την αξία της προσχολικής και σχολικής φροντίδας των ελληνόπουλων. Με τα δημόσια νοσοκομεία, που αν έχεις την κακή τύχη να χρειαστείς να προσφύγεις σε κάποιο εφημερεύον νιώθεις ντροπή για το μαρτύριο στο οποίο υποβάλλονται ασθενείς, γιατροί και νοσηλευτές. Με τα δισ. ευρώ που σφυρίζουν ολόγυρα, ενώ μειώνονται οι παραγωγικές επενδύσεις και οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης ασθμαίνουν.
Τον ελληνικό λαό απασχολούν τα πραγματικά, μεγάλα πολιτικά θέματα. Η κυβέρνηση δείχνει να ασχολείται με την επικοινωνία.
Πρόσφατο παράδειγμα, το θέμα της λειψυδρίας: Το πρόβλημα της λειψυδρίας –έλεγε ο πρωθυπουργός πριν ένα χρόνο, στις 29 Ιουλίου 2024- «αποκτά δομικά χαρακτηριστικά λόγω της κλιματικής κρίσης, θα χρειαστούν διαρθρωτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις στη διαχείριση του νερού, και για την ύδρευση και για την άρδευση. Σύντομα η κυβέρνηση θα κάνει εξαγγελίες γύρω από τα κρίσιμα αυτά ζητήματα». Από τότε δεν έγινε τίποτα. Ούτε τώρα γίνεται. Το θέμα ξεθάφτηκε την περασμένη Τετάρτη, κι επανελήφθησαν γνωστές κι αόριστες εξαγγελίες σε μια, ακόμη, προσπάθεια επικάλυψης του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η αποτυχία στη διαχείριση των προβλημάτων, αντισταθμίζεται από μια επαγγελματική διαχείριση της κοινής γνώμης –άλλως: Προπαγάνδα. Αλλά κι αυτό φτάνει στα όριά του.
Αφενός, πολλοί (και ισχυροί) αρχίζουν να ανησυχούν που τα προβλήματα παραπέμπονται συστηματικά στις καλένδες και δέσμες αντιφατικών πολιτικών υποκαθιστούν μια, κάποια, συνεκτική πολιτική σε κεντρικά πεδία αναφοράς. Που η χώρα φαίνεται να κυβερνάται με μοναδική πυξίδα τις δημοσκοπήσεις, όταν περισσότερο από άλλοτε απαιτούνται επεξεργασμένες στρατηγικές, μεγάλες πρωτοβουλίες και ευρύτερες συναινέσεις. Και που η διαφθορά έχει γίνει πανάκριβη και οργιάζει.
Αφετέρου, βουλευτές της συμπολίτευσης με άγχος βλέπουν τα δημοσκοπικά ποσοστά της ΝΔ να μη λένε να συνέλθουν, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις καριέρες αρκετών εξ αυτών. Και το Μαξίμου δύσκολα κρύβει τον εκνευρισμό του, άλλοτε με συμπεριφορές που μέχρι πρότινος θα ήταν αδιανόητες, ή με διαφωνίες που βγαίνουν πλέον εκτός των τειχών, και με τον ίδιο τον πρωθυπουργό να ανοίγει μέτωπα χωρίς προφανή λόγο. Για λόγους που ο ίδιος γνωρίζει -και ίσως φοβάται.
Σε αυτές τις συνθήκες, κρίσιμος είναι ο ρόλος της δημοκρατικής αντιπολίτευσης. Όχι τόσο για την κριτική της στην κυβέρνηση και τις πολιτικές της –άλλωστε, προϊόντος του χρόνου, φόβοι του παρελθόντος εξατμίζονται, προσδοκίες διαψεύδονται, λίγο πολύ όλοι (έχοντες και μη…) καταλαβαίνουν τί αλήθεια γίνεται. Το σημαντικό είναι ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, που καθημερινά ταλαιπωρούνται από μεγάλα θέματα πολιτικής, να αρχίσουν να ανιχνεύουν και πολιτικές λύσεις. Που θα τις κατανοούν και που θα κρίνουν ότι αξίζει να αγωνιστούν για την υλοποίησή τους.
Αν η πιο μεγάλη ζημιά που ‘χει γίνει τα πολλά τελευταία χρόνια είναι η διάβρωση της κοινωνικής αυτοεκτίμησης, τότε αυτό που προέχει είναι η κοινωνία να εμπιστευθεί τις δικές της δυνάμεις. Αυτό θα ήταν η μεγάλη πολιτική των καιρών. Όλα τα άλλα έπονται.
(Ο Κώστας Καλλίτσης είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)

























