Ας ξεκινήσουμε με τη διαπίστωση του Κώστα Καλλίτση όπως τη διατυπώνει με το άρθρο του στην «Καθημερινή» της Κυριακής:
«Σήμερα η χώρα είναι πλουσιότερη, οι αξίες των επιχειρήσεων, της γης, των ακινήτων έχουν υπερκαλύψει τις απώλειες της μεγάλης κρίσης, αλλά η εργασία παραμένει σε καθεστώς αποπληθωρισμού. Με αποτέλεσμα που αποτυπώνεται στα στοιχεία της απασχόλησης: Η μείωση της ανεργίας δεν γίνεται με τη δημιουργία καλών θέσεων εργασίας αλλά με την υπερπαραγωγή νεόπτωχων, δηλαδή ανθρώπων που είναι φτωχοί αν και έχουν δουλειά. Το 62,5% των μισθωτών, πάνω από 1,5 εκατ. νέοι άνθρωποι, έχουν μισθό κάτω από 956 ευρώ καθαρά. Η ανεργία μειώνεται, αλλά το πρόβλημα της φτώχειας και της περιθωριοποίησης διατηρείται. Απλώς αλλάζει μορφή».
Αυτό πλέον δεν αμφισβητείται παρά από ελάχιστους σήμερα στη χώρα. Ο εκ των κορυφαίων δημοσιογράφων (και ιδρυτής του συνδρομητικού Κ-Report) προχωράει όμως και σε ορισμένα συμπεράσματα για το τι πρέπει να γίνει. «Επείγει μια μεγάλη αναδιανομή υπέρ του κοινωνικού κράτους» σημειώνει χαρακτηριστικά και προειδοποιεί: «Αν όχι, ο θυµός µεγαλώνει. Και η οργή ανοίγει τους δικούς της δρόμους».
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΛΛΙΤΣΗ ΕΧΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ:
Το ένα αφήγηµα λέει ότι µπορεί να µην είναι ιδανική η κατάσταση της οικονοµίας, αλλά πάντως τα πράγµατα πάνε γενικά προς το καλύτερο, υπάρχει βελτίωση σε όλα τα µέτωπα, αλλού µικρότερη, αλλού µεγαλύτερη, κι ίσως δεν είναι τόσο γρήγορη όσο θα θέλαµε. Υπάρχει κι ένα διαφορετικό αφήγηµα: ότι οι βελτιώσεις είναι επιµέρους και οριακές και συνολικά τα πράγµατα κατατείνουν σε ένα αύριο όπου οι νεότερες γενιές θα ζηλεύουν το βιοτικό επίπεδο των προγενέστερων.
Το πρώτο αφήγηµα χαϊδεύει αυτιά, το δεύτερο προβληµατίζει όσους διατηρούν επαφή µε την πραγµατικότητα και - όπως δείχνουν οι στατιστικές - το συµµερίζεται το µεγάλο µέρος της ελληνικής κοινωνίας. Καθώς εκ πείρας διαπιστώνει ότι η µεγέθυνση της οικονοµίας συµβαδίζει µε διεύρυνση των ανισοτήτων και η αύξηση του συνολικού πλούτου της χώρας συµβαδίζει µε διαρκή επιδείνωση των όρων αναπαραγωγής της µισθωτής εργασίας. Οτι το πολιτικό - οικονοµικό σύστηµα γίνεται διαρκώς λιγότερο συµπεριληπτικό, η κοινωνική κινητικότητα περισσότερο ασθενής, κι ότι πληθαίνουν όσοι πετάγονται στο περιθώριο.
Σήµερα η χώρα είναι πλουσιότερη, οι αξίες των επιχειρήσεων, της γης, των ακινήτων έχουν υπερκαλύψει τις απώλειες της µεγάλης κρίσης, αλλά η εργασία παραµένει σε καθεστώς αποπληθωρισµού. Με αποτέλεσµα που αποτυπώνεται στα στοιχεία της απασχόλησης: Η µείωση της ανεργίας δεν γίνεται µε τη δηµιουργία καλών θέσεων εργασίας αλλά µε την υπερπαραγωγή νεόπτωχων, δηλαδή ανθρώπων που είναι φτωχοί αν και έχουν δουλειά. Το 62,5% των µισθωτών, πάνω από 1,5 εκατ. νέοι άνθρωποι, έχουν µισθό κάτω από 956 ευρώ καθαρά. Η ανεργία µειώνεται, αλλά το πρόβληµα της φτώχειας και της περιθωριοποίησης διατηρείται. Απλώς αλλάζει µορφή.
Κι οι ανισότητες διευρύνονται: α) Μεταξύ µισθών των ρετιρέ και των υπογείων – σε µια µεγάλη επιχείρηση µπορεί να είναι 2-3 εκατ. τον χρόνο ο µεγαλύτερος και 12.000-15.000 ο µικρότερος. β) Μεταξύ µισθών και κερδών: Το 2019 τα κέρδη ξεπερνούσαν το εισόδηµα της εργασίας κατά 21,3 δισ. ευρώ, το 2024 το ξεπέρασαν κατά 36,1 δισ. ευρώ, ήτοι 69,5% περισσότερο. γ) Μεταξύ κερδών από την παραγωγή και κερδών από υπεραξίες – που είναι πολλαπλάσια και απολαµβάνουν µια από τις χαµηλότερες φορολογίες στον ΟΟΣΑ. Περισσότερος πλούτος συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια χωρίς να διαχέεται – ίσως συναντιέται µε την άλλη οικονοµία µόνο µέσω της πολυτελούς κατανάλωσης.
Με τη συµφωνία ΣΕΒ - ΓΣΕΕ και το «ξεπάγωµα» των συλλογικών διαπραγµατεύσεων θα γίνει εφικτό να τονωθούν οι µισθοί. Ωστόσο, µε δεδοµένη την ακρίβεια σε όλα, από το νοίκι, το ηλεκτρικό µέχρι τα τρόφιµα, οι όποιες αυξήσεις δεν θα αλλάξουν τις κοινωνικές διαθέσεις. Είναι επείγουσα µια µεγάλη αναδιανοµή που θα ενισχύσει αποφασιστικά το κοινωνικό κράτος. Αν µπορείς να πληρώσεις το νοίκι σου, να ζεστάνεις το σπίτι σου, να βρεις ένα καλό σχολείο για τα παιδιά σου, αν για τη φροντίδα της υγείας τους υπάρχει ένα ισχυρό και σύγχρονο ΕΣΥ, µπορείς να συζητήσεις νηφάλια τα υπόλοιπα - δηλαδή, αν και πώς το λάθος σύστηµα θα αλλάξει. Αν όχι, ο θυµός µεγαλώνει. Και η οργή ανοίγει τους δικούς της δρόµους.





























