Πολλοί εκτός συνόρων παράγοντες των αγορών βλέπουν την Ελλάδα µε αισιοδοξία, ενώ οι του εσωτερικού όχι και τόσο. Πολλοί που βλέπουν τη χώρα από µακριά πιστεύουν ότι η κατάσταση και οι προοπτικές της ελληνικής οικονοµίας είναι πολύ καλές, αντιθέτως Ελληνες επιχειρηµατίες και αλλοδαποί που έχουν ήδη εγκατασταθεί εδώ µιλούν για τις προοπτικές της µε µεγάλη συγκράτηση και, µετά τα τέλη του 2026, µε σχετική απαισιοδοξία.
Σε οικονοµικό επίπεδο, όσοι βλέπουν την Ελλάδα από µακριά, βλέπουν µια χώρα που βγήκε από µια βαθιά και παρατεταµένη οικονοµική κρίση και τώρα πια έχει αλλάξει, γι’ αυτό τον λόγο –λένε– η οικονοµία της τρέχει ταχύτερα από τον µέσο όρο των «27» της Ε.Ε. Οι εδώ, βλέπουν µια οικονοµία που τρέχει λίγο ταχύτερα από τον µέσο ευρωπαϊκό όρο παρότι ξόδεψε περίπου 60 δισ. ευρώ σε –ενίοτε οριζόντιες, συχνά πελατειακές– επιχορηγήσεις µετά το 2020, παρότι, επίσης, τρέφεται µε τους καρπούς του ευρωπαϊκού λεφτόδεντρου, του ΤΑΑ, που όταν τελειώσουν θα επιστρέψει σε ρυθµούς λίγο πάνω από 1%. Βλέπουν ότι το προ της κρίσης µοντέλο ανακυκλώνεται – µε οριακές θετικές αλλαγές, χωρίς ουσιαστική αλλαγή.
Σε πολιτικό επίπεδο, πάλι, όσοι βλέπουν την Ελλάδα από µακριά, βλέπουν µια κυβέρνηση που έχει αυτοδυναµία, που το κόµµα της προηγείται δηµοσκοπικά πολλές µονάδες από το δεύτερο και ο αρχηγός της µε απόσταση από όλους (πλην του Κανένα) στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός. Και εικάζουν ότι όλα κινούνται σε σιδερένιες ράγες. Οι εδώ, όµως, ξέρουν ότι η αυτοδυναµία είναι εικονική (οφείλεται σε έναν εκλογικό νόµο που περιφρονεί την αρχή της πλειοψηφίας), άρα σχετική, και ότι, έτσι ή αλλιώς, αυτή η αυτοδυναµία είναι παρελθόν, καθώς το δείχνουν όλες οι δηµοσκοπήσεις. Οπερ σηµαίνει ότι κάποιες δεκάδες βουλευτές της Ν.∆. ίσως δεν επανεκλεγούν.
Αυτός ο τρόµος τής µη επανεκλογής λειτουργεί ως θρυαλλίδα και πυροδοτεί εξελίξεις. ∆εν πρόκειται για κεραυνό εν αιθρία. Το tipping point ερχόταν όλο και πιο κοντά, το πολιτικό τοπίο άλλαζε δραµατικά, από την οργή για την αµεριµνησία που έφερε την τραγωδία των Τεµπών και την επιµονή να συγκαλυφθούν ευθύνες. Από τη δυσφορία για την αυταρχική διαχείριση δηµοκρατικών θεσµών και ανεξάρτητων αρχών. Από τον θυµό όσων βλέπουν να κυκλοφορεί άπειρο χρήµα ενώ αυτοί και οι οικογένειές τους δεν µπορούν να βγάλουν τον µήνα. Από τη διεύρυνση των ανισοτήτων. Τα σκάνδαλα. Κι από την πρωτοφανή διαφθορά. Ο πυρήνας της αστάθειας, πλέον, είναι µέσα στο κυβερνητικό µπλοκ.
Οσο παρατείνεται αυτή η κατάσταση, τόσο πολλαπλασιάζονται οι κίνδυνοι να πυροδοτηθεί ένα τσουνάµι λαϊκισµού, ως συνέπεια του εκρηκτικού συνδυασµού πελατειακών παροχών τύπου ∆ΕΘ µε τη διαχειριστική ανεπάρκεια (δείτε, στην κτηνοτροφία...) και τις σπασµωδικές εναλλαγές αδιαλλαξίας και υπαναχωρήσεων. Και τόσο δυσχερέστερη θα καθίσταται η διαχείριση των πολιτικών πραγµάτων – µια διαχείριση που έτσι ή αλλιώς είναι δυσχερής εξαιτίας του εκλογικού νόµου που φτιάχτηκε για να παρεµποδίζει και να αποτρέπει τη συνεννόηση και τη συνεργασία. Οι «εδώ», αυτά τα γνωρίζουν. Αρκετοί, µάλιστα, τα αναλογίζονταν την περασµένη Τρίτη, το απόγευµα, όταν άκουγαν τον πρωθυπουργό να µιλάει περί του αγαθού της σταθερότητας στη γενική συνέλευση του ΣΕΒ.
(Ο Κώστας Καλλίτσης είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)
























