Καθώς τα αγροτικά µπλόκα κλείνουν πάνω από µήνα, εµφανίζεται το µεγάλο κενό: το κενό επεξεργασµένης αγροτικής πολιτικής. Το Μαξίµου δεν εισάκουσε τις συστάσεις των «σκληρών» για καταστολή της κινητοποίησης γιατί –σωστά– τρόµαξε από την κλιµάκωση που θα µπορούσε να προκαλέσει η βία και την αντίδραση του τρίτου µεγάλου, αφανούς, πρωταγωνιστή, της θυµωµένης και µε µηδαµινή εµπιστοσύνη στο πολιτικό σύστηµα κοινωνίας. Και την ανάγκη φιλοτιµία ποιούµενο, έµεινε να καλεί σε κουβέντα για το ύψος των αποζηµιώσεων και των απαλλαγών. Το πραγµατικά εντυπωσιακό είναι ότι δεν έχει να προτείνει, ούτε καν ως βάση συζήτησης, µια συνολική πολιτική για τον αγροτικό τοµέα.
Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης είναι ένα Γενικό Λογιστήριο διανοµής επιδοτήσεων. ∆εν επεξεργάζεται πολιτικές. Οπως και σε άλλα πεδία, έτσι και στην αγροτική οικονοµία, την κυβέρνηση διακατέχει η αντίληψη ότι την κατεύθυνση πρέπει να δίνει η αγορά και το κράτος να τη διευκολύνει. Η αγορά κρίνει τι / πού / πόσο θα παραχθεί και το κράτος περιορίζεται σε ρόλο παθητικού επιδιορθωτή των «αστοχιών» της και των αρνητικών συνεπειών επί της κοινωνίας.
Κι αν η αγορά δεν είναι αυτή που περιγράφουν τα σχολικά εγχειρίδια, αλλά προσδιορίζεται από ένα γκρίζο πλέγµα κοµµατικών οπλαρχηγών, πελατειακών µηχανισµών και κρατικοδίαιτης ελίτ του χρήµατος, είναι αδιάφορο. Εχουµε, ίσως, µια από τις τελευταίες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις του κόσµου. Γιατί σχεδόν παντού τέτοιες ιδέες εγκαταλείπονται.
Ειδικά στην ευρωπαϊκή ατζέντα έχει επανέλθει µε ένταση η ιδέα ότι η κατεύθυνση της ανάπτυξης δεν µπορεί να ορίζεται από τις αγορές, καθότι δεν είναι φτιαγµένες να παράγουν κοινωνικά επιθυµητά αποτελέσµατα, αλλά να κατανέµουν πόρους µε κριτήριο το κέρδος.
Καθ’ ηµάς έγινε και γίνεται το αντίθετο. Ολες οι σηµαντικές αποφάσεις εκχωρούνται στις αγορές, στους µηχανισµούς του κέρδους. Ακόµα και το οξύ κοινωνικό πρόβληµα της στέγης διασκεδάζεται µε κίνητρα στις µεγάλες ιδιοκτησίες και στους εργολάβους – τα προγράµµατα κοινωνικής κατοικίας είναι για τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όχι για εµάς. Η δε ακρίβεια ανεξέλεγκτη, εξουδετερώνει τις όποιες αυξήσεις µισθών και ανατροφοδοτείται από αυτές ελλείψει στοιχειώδους έγνοιας, ενώ τα κενά στις πολιτικές ανταγωνισµού και ενίσχυσης της παραγωγικότητας αφήνουν ασύδοτες τις πρακτικές καρτέλ και τη χαµηλή παραγωγικότητα να φορτώνουν τα σπασµένα στα λαϊκά νοικοκυριά. Η ίδια η κατανοµή των πόρων του Ταµείου Ανάκαµψης έγινε µε αγοραία (ενίοτε ιδιοτελή) κίνητρα, χωρίς ένα στοιχειώδες σχέδιο µε κοινωνικοοικονοµικές προτεραιότητες και φιλοδοξίες να αφήσουν ένα ισχυρό αναπτυξιακό αποτύπωµα. Εξ ου και τα αποτελέσµατά του στα επόµενα χρόνια: Η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι 2,4% φέτος και θα πέσει σε 1,7% το 2027, 1,6% το 2028. Και οι επενδύσεις θα αυξηθούν 10,2% φέτος και θα πέσουν στο 4,1% το 2027, στο 0,9% το 2028. Από µια άποψη, βέβαια, η απουσία επεξεργασµένης πολιτικής για την αγροτική οικονοµία, για τα εισοδήµατα, για το στεγαστικό, για την προώθηση της καινοτοµίας και την ενίσχυση της παραγωγικότητας είναι, κι αυτή, µια πολιτική. Που βλάπτει το δηµόσιο συµφέρον.
(Ο Κώστας Καλλίτσης είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)



























