Μια σύνταξη από τη Γερμανία, η οποία δεν είχε δηλωθεί στην ελληνική εφορία, οδήγησε συνταξιούχο γιατρό αντιμέτωπο με φορολογικό λογαριασμό 10.061 ευρώ. Ο συνταξιούχος υποστήριξε ότι τα χρήματα προέρχονταν από δημόσιο ασφαλιστικό φορέα και επομένως δεν έπρεπε να φορολογηθούν στην Ελλάδα. Ωστόσο, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ απέρριψε την προσφυγή του, καθώς τα έγγραφα που προσκόμισε για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του δεν είχαν επίσημη μετάφραση και την απαιτούμενη επικύρωση.
Η υπόθεση ξεκίνησε όταν η ΑΑΔΕ έλαβε στοιχεία από τις γερμανικές φορολογικές αρχές, στο πλαίσιο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τη διασταύρωση προέκυψε ότι ο φορολογούμενος, ο οποίος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, είχε εισπράξει το 2020 σύνταξη ύψους 15.346,02 ευρώ από γερμανικό ασφαλιστικό οργανισμό, χωρίς να έχει συμπεριλάβει το ποσό στη φορολογική του δήλωση. Μάλιστα, από τα στοιχεία προέκυπτε ότι δεν είχε παρακρατηθεί φόρος στη Γερμανία. Η Εφορία τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να υποβάλει τροποποιητική δήλωση, προκειμένου να δηλώσει το συγκεκριμένο εισόδημα.
Ο συνταξιούχος, ο οποίος είχε εργαστεί για περίπου 17 χρόνια ως χειρουργός και είχε φτάσει μέχρι τον βαθμό του αρχιάτρου, υποστήριξε ότι η σύνταξή του είχε δημόσιο χαρακτήρα. Όπως ανέφερε, ο ασφαλιστικός οργανισμός που του κατέβαλλε τα χρήματα είχε συσταθεί από γερμανικό κρατίδιο και λειτουργούσε υπό κρατική εποπτεία. Με αυτό το σκεπτικό, δήλωσε αρχικά τη σύνταξη ως εισόδημα που απαλλάσσεται από τη φορολογία στην Ελλάδα. Η αρμόδια ΔΟΥ, ωστόσο, απέρριψε τον συγκεκριμένο χειρισμό και τον κάλεσε να δηλώσει το ποσό ως σύνταξη εξωτερικού για την οποία η Ελλάδα διατηρεί δικαίωμα φορολόγησης. Μετά την υποβολή νέας τροποποιητικής δήλωσης, εκδόθηκε εκκαθαριστικό με χρεωστικό ποσό 10.061,64 ευρώ.
Το βασικό ζήτημα ήταν εάν η συγκεκριμένη σύνταξη έπρεπε να φορολογηθεί στην Ελλάδα ή στη Γερμανία
Σύμφωνα με τη σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ των δύο χωρών, οι συντάξεις που προέρχονται από γερμανικούς ασφαλιστικούς φορείς φορολογούνται, κατά κανόνα, στη χώρα κατοικίας του δικαιούχου. Υπάρχει, όμως, εξαίρεση για συντάξεις που καταβάλλονται από το γερμανικό Δημόσιο ή από συγκεκριμένα δημόσια ταμεία, οι οποίες φορολογούνται στη Γερμανία. Καθοριστικό στοιχείο για την εφαρμογή της εξαίρεσης είναι το νομικό καθεστώς του φορέα που καταβάλλει τη σύνταξη και όχι απλώς το γεγονός ότι ο συνταξιούχος εργαζόταν σε δημόσιο νοσοκομείο ή σε άλλον φορέα του δημόσιου τομέα.
Για να στηρίξει τη θέση του, ο συνταξιούχος προσκόμισε δύο έγγραφα από τον γερμανικό συνταξιοδοτικό οργανισμό. Στο ένα αναφέρονταν τα ποσά της σύνταξης που είχαν γνωστοποιηθεί στις γερμανικές φορολογικές αρχές, ενώ στο δεύτερο επισημαινόταν ότι ο οργανισμός αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και υπάγεται σε κρατική εποπτεία. Ωστόσο, τα έγγραφα δεν συνοδεύονταν από επίσημη μετάφραση στα ελληνικά ούτε έφεραν την απαιτούμενη επικύρωση με σφραγίδα Apostille. Έτσι, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έκρινε ότι δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία και απέρριψε τους ισχυρισμούς του ως αναπόδεικτους, αφήνοντας σε ισχύ τη φορολογική επιβάρυνση που είχε προκύψει από την τροποποιητική δήλωση.



























