Την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαμορφώσει μια ενιαία και συνεκτική απάντηση στην ενεργειακή πρόκληση, αντί για ένα συνονθύλευμα εθνικών μέτρων, αναδεικνύει ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, συνδέοντας άμεσα το ενεργειακό κόστος με το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Με αφορμή την ομιλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, για την Κατάσταση της Ένωσης, ο κ. Μυτιληναίος επισημαίνει σε ανάρτησή του στο LinkedIn ότι το βιομηχανικό μέλλον της Ευρώπης δεν θα κριθεί μόνο από το επίπεδο των φιλοδοξιών της, αλλά κυρίως από την ικανότητά της να μετατρέπει τη στρατηγική σε πραγματικές επενδύσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην προτεινόμενη European Corporation on Critical Raw Materials, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μια ουσιαστική βιομηχανική πρωτοβουλία. Όπως σημειώνει, η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τρίτες χώρες για κρίσιμες πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για την ενεργειακή μετάβαση, τις ψηφιακές τεχνολογίες, την άμυνα και την προηγμένη μεταποίηση.
Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ζητούμενο είναι πλέον η μετάβαση από τη διαπίστωση των ευάλωτων σημείων στην ανάπτυξη πραγματικών ευρωπαϊκών δυνατοτήτων. Αυτό προϋποθέτει τη στήριξη ώριμων εγχώριων έργων εξόρυξης, διύλισης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης, παράλληλα με τη διαμόρφωση διαφοροποιημένων συνεργασιών με αξιόπιστους προμηθευτές και τη δημιουργία ελκυστικών συνθηκών για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας.
Το Ενεργειακό Κόστος ως Πυλώνας Ανταγωνιστικότητας
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκεται, ωστόσο, το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας και ειδικότερα το ενεργειακό κόστος. Η στρατηγική αυτονομία, οι κρίσιμες πρώτες ύλες, οι μπαταρίες, η τεχνητή νοημοσύνη, οι αμυντικές τεχνολογίες και η βιομηχανική απανθρακοποίηση απαιτούν, όπως τονίζει, πρωτοφανή επίπεδα κεφαλαιακών επενδύσεων. Οι επενδυτικές αποφάσεις, όμως, εξακολουθούν να καθορίζονται από τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη, με την ενέργεια να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα.
Ο κ. Μυτιληναίος χαρακτηρίζει σωστή την κατεύθυνση της Ευρώπης για περιορισμό της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, επέκταση της πυρηνικής και ανανεώσιμης παραγωγής και ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών. Υπογραμμίζει, όμως, ότι άλλο είναι ο τελικός στόχος και άλλο η περίοδος μετάβασης προς αυτόν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, η ΕΕ εξακολουθεί να καταναλώνει περίπου 450 εκατ. τόνους πετρελαίου και 340 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως, ενώ ακόμη και στις βασικές προβλέψεις οι συγκεκριμένες ποσότητες παραμένουν σημαντικές έως το 2030 και το 2035.
Αυτό σημαίνει ότι για αρκετά ακόμη χρόνια οι υδρογονάνθρακες θα συνεχίσουν να επηρεάζουν καθοριστικά την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά, αλλά και το ενεργειακό κόστος που επωμίζονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος παραπέμπει παράλληλα στην έκθεση του Μάριο Ντράγκι, σύμφωνα με την οποία τα πλήρη οφέλη της καθαρής μετάβασης για την ανταγωνιστικότητα θα γίνουν αισθητά όταν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς επενδύσεις σε καθαρή παραγωγή ενέργειας, δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία του συστήματος.
Υπό αυτό το πρίσμα, επισημαίνει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει την ολοκλήρωση του ενεργειακού συστήματος του μέλλοντος για να αντιμετωπίσει τα σημερινά προβλήματα ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα, χρειάζεται μια συγκεκριμένη στρατηγική για την ίδια τη μεταβατική περίοδο, με κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση στην ενέργεια και όχι αποσπασματικές εθνικές παρεμβάσεις.




























