Σε νέα αύξηση των επιτοκίων προχώρησε η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BOJ), ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, στο 1,25%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1995, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες ότι οι πληθωριστικές πιέσεις ενδέχεται να ξεπεράσουν τον στόχο της κεντρικής τράπεζας.
Η απόφαση σηματοδοτεί παράλληλα επιτάχυνση του κύκλου σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2024. Η νέα αύξηση πραγματοποιήθηκε μόλις τρεις μήνες μετά την προηγούμενη, έναντι διαστήματος έξι μηνών μεταξύ προηγούμενων κινήσεων της BOJ.
Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ελήφθη με ψήφους 7-2. Κατά της αύξησης τάχθηκαν τα μέλη Τοϊτσίρο Ασάντα και Αγιάνο Σάτο, οι οποίοι είχαν διοριστεί νωρίτερα φέτος από την πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι και θεωρούνται υποστηρικτές μιας περισσότερο επεκτατικής οικονομικής πολιτικής.
Η κίνηση είχε σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί από τις αγορές. Σχεδόν το 90% των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα του CNBC ανέμενε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, ενώ οι συμμετέχοντες είχαν προβλέψει και ποια δύο μέλη του συμβουλίου θα διαφωνούσαν.
Στην ανακοίνωσή της, η Τράπεζα της Ιαπωνίας αιτιολόγησε την απόφαση επικαλούμενη τον κίνδυνο ο πληθωρισμός να αποκλίνει ανοδικά και να κινηθεί πάνω από τον στόχο του 2%. Η κεντρική τράπεζα υπογράμμισε ότι επιδιώκει τη σταθεροποίηση του υποκείμενου πληθωρισμού «γύρω στο 2%», ώστε να αποφευχθεί μια υπερβολική άνοδος των τιμών που θα μπορούσε στη συνέχεια να επιβαρύνει την ιαπωνική οικονομία.
Δύσκολη ισορροπία
Η αύξηση των επιτοκίων πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η BOJ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη ισορροπία μεταξύ των πληθωριστικών πιέσεων και της πορείας της οικονομίας, ενώ το γεν παραμένει σε ιστορικά ασθενή επίπεδα. Ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Αύγουστο στο 1,9%, ενώ Τόκιο και Ουάσιγκτον έχουν προχωρήσει σε συντονισμένη παρέμβαση με στόχο τη στήριξη του ιαπωνικού νομίσματος.
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, το γεν υποχώρησε έναντι του δολαρίου, με την ισοτιμία να κινείται στα 156,64 γεν ανά δολάριο και το ιαπωνικό νόμισμα να καταγράφει απώλειες περίπου 0,45%.
Παράλληλα, η απόδοση του δεκαετούς ιαπωνικού κρατικού ομολόγου υποχώρησε κατά 4,9 μονάδες βάσης, στο 2,947%.
Ο Ασάντα αιτιολόγησε τη διαφωνία του επισημαίνοντας ότι ο δομικός πληθωρισμός παραμένει χαμηλότερα από το 2%, γεγονός που, κατά την άποψή του, δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την ισχύ της οικονομίας. Για τον λόγο αυτό υποστήριξε τη διατήρηση των επιτοκίων αμετάβλητων. Ο δομικός πληθωρισμός υποχώρησε τον Αύγουστο στο 1,7%, από 1,8% τον Ιούλιο.
Από την πλευρά της, η Σάτο υποστήριξε ότι οι τρέχουσες εξελίξεις στην οικονομία και στις τιμές δεν εμφανίζουν ουσιαστική επιτάχυνση σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα, εκτιμώντας επίσης ότι δεν ήταν ακόμη αναγκαία μια νέα αύξηση του κόστους δανεισμού.
Στο παρασκήνιο της απόφασης βρίσκεται και η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στη νομισματική πολιτική της Ιαπωνίας. Η Ουάσιγκτον έχει ταχθεί υπέρ της συνέχισης της διαδικασίας ομαλοποίησης της πολιτικής της BOJ, σε μια περίοδο κατά την οποία η πρωθυπουργός Τακαΐτσι έχει εκφράσει προτίμηση για χαλαρότερη νομισματική πολιτική σε συνδυασμό με επεκτατική δημοσιονομική κατεύθυνση.
Νωρίτερα μέσα στον μήνα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ είχε καλέσει τον διοικητή της Τράπεζας της Ιαπωνίας Καζούο Ουέντα να προχωρήσει σε «αποφασιστικά μέτρα» στις αγορές και στη νομισματική πολιτική, κατά τη διάρκεια της συνόδου των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών της G20.





























