Έναν πρακτικό «οδικό χάρτη» που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να υπολογίζουν πόση πραγματική αξία δημιουργούν και πόσο παραγωγικά αξιοποιούν εργαζομένους και κεφάλαιο παρουσιάζει ο νέος Οδηγός Μέτρησης της Παραγωγικότητας του ΣΕΒ, ο οποίος αναπτύχθηκε σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ και δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.
Η βασική φιλοσοφία του Οδηγού είναι ότι μια επιχείρηση δεν χρειάζεται να δημιουργήσει εξαρχής ένα περίπλοκο σύστημα δεικτών. Μπορεί να ξεκινήσει από δεδομένα που ήδη διαθέτει στις οικονομικές καταστάσεις και στα πληροφοριακά της συστήματα και, μέσα από αυτά, να αποκτήσει εικόνα τόσο για την εξέλιξη της παραγωγικότητάς της όσο και για τη θέση της έναντι άλλων επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου.
Στο επίκεντρο της μεθοδολογίας βρίσκεται η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ), την οποία ο Οδηγός χαρακτηρίζει ως το καταλληλότερο διεθνώς μέτρο για την αξιολόγηση της παραγωγικότητας σε επίπεδο επιχείρησης. Σκοπός είναι, αξιοποιώντας κυρίως την Κατάσταση Αποτελεσμάτων Χρήσης και τον Ισολογισμό, να υπολογίζεται αρχικά η αξία που παράγει η επιχείρηση και στη συνέχεια να συνδέεται με τους πόρους που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία της.
Σε απλουστευμένη μορφή, ο υπολογισμός ξεκινά αφαιρώντας από την αξία παραγωγής τις ενδιάμεσες αναλώσεις. Το αποτέλεσμα είναι η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία, δηλαδή η αξία που δημιουργεί η ίδια η επιχείρηση μέσα από την παραγωγική της δραστηριότητα. Τα απαραίτητα στοιχεία μπορούν να αντληθούν από την Κατάσταση Αποτελεσμάτων και τις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.
Το επόμενο βήμα είναι η μέτρηση της εργασίας. Για να είναι συγκρίσιμα τα στοιχεία μεταξύ διαφορετικών επιχειρήσεων αλλά και μεταξύ διαφορετικών ετών, ο ΣΕΒ προτείνει η απασχόληση να μετατρέπεται σε Ετήσιες Μονάδες Εργασίας (ΕΜΕ/FTE). Με αυτόν τον τρόπο οι εργαζόμενοι πλήρους και μερικής απασχόλησης και, όπου χρειάζεται, οι ώρες εργασίας μετατρέπονται σε ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης.
Από εκεί προκύπτει ένας από τους βασικότερους δείκτες: η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο. Η επιχείρηση διαιρεί την Προστιθέμενη Αξία με τις Ετήσιες Μονάδες Εργασίας και μπορεί έτσι να δει πόση αξία δημιουργείται κατά μέσο όρο ανά εργαζόμενο. Ο Οδηγός θεωρεί την προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο καλύτερο μέτρο από τις πωλήσεις ανά εργαζόμενο, καθώς επηρεάζεται λιγότερο από αλλαγές στις ενδιάμεσες εισροές ή από τον βαθμό κάθετης ολοκλήρωσης μιας επιχείρησης.
Η μέτρηση, όμως, δεν σταματά στην εργασία. Μια επιχείρηση μπορεί να εξετάσει πόση προστιθέμενη αξία δημιουργεί για κάθε ευρώ που δαπανά στη μισθοδοσία, διαιρώντας την Προστιθέμενη Αξία με τη συνολική δαπάνη μισθοδοσίας. Ο δείκτης αυτός αποτυπώνει τη σχέση μεταξύ της δημιουργούμενης αξίας και του κόστους εργασίας. Αντίστοιχα, διαιρώντας την Προστιθέμενη Αξία με τα καθαρά πάγια, μπορεί να υπολογίσει πόσο παραγωγικά αξιοποιεί το κεφάλαιο που έχει επενδύσει σε εξοπλισμό και άλλα πάγια στοιχεία.
Για μια πρώτη εφαρμογή, επομένως, απαιτούνται τέσσερα βασικά μεγέθη: η Προστιθέμενη Αξία, η δαπάνη μισθοδοσίας, η απασχόληση σε Ετήσιες Μονάδες Εργασίας και τα καθαρά πάγια. Με αυτά τα δεδομένα μπορούν να εξαχθούν οι βασικοί δείκτες που χρειάζεται μια διοίκηση για να παρακολουθεί την παραγωγικότητα της εταιρείας.
Κρίσιμο σημείο είναι στη συνέχεια η σύγκριση στον χρόνο. Εάν, για παράδειγμα, αυξάνεται η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο, η διοίκηση καλείται να εξετάσει εάν αυτό προήλθε από αύξηση της συνολικής προστιθέμενης αξίας, από διαφορετική εξέλιξη της απασχόλησης, από μεγαλύτερη χρήση κεφαλαίου ανά εργαζόμενο ή από γενικότερη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της επιχείρησης. Αντίστροφα, μια πτώση του δείκτη μπορεί να συνδέεται με ταχύτερη μείωση της προστιθέμενης αξίας από την απασχόληση, με αύξηση του προσωπικού χωρίς ανάλογη δημιουργία αξίας ή ακόμη και με επενδύσεις που δεν έχουν προλάβει να αποδώσουν.
Ο Οδηγός προχωρά ένα βήμα παραπέρα, δίνοντας τη δυνατότητα συγκριτικής αξιολόγησης. Με βάση τον κωδικό δραστηριότητας NACE και το μέγεθος της επιχείρησης, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο μπορεί να αντιπαραβληθεί με σχετικά benchmarks, ώστε η διοίκηση να διαπιστώσει πού βρίσκεται σε σχέση με ομοειδείς επιχειρήσεις στην Ελλάδα και στην ΕΕ-27.
Η σύγκριση, πάντως, χρειάζεται προσοχή, καθώς αποκλίσεις από τον μέσο όρο μπορεί να αντανακλούν διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο, προϊόν, ένταση κεφαλαίου, outsourcing ή μέγεθος και όχι αποκλειστικά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποτελεσματικότητα.

































