Τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο νέας έντασης του ενεργειακού σοκ έκρουσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποιώντας ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πηγές αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Μιλώντας μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, η Λαγκάρντ κατέστησε σαφές ότι, παρά τις πρώτες ενδείξεις βελτίωσης της οικονομικής δραστηριότητας, το ενεργειακό μέτωπο παραμένει ο βασικός παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει τις ισορροπίες. Οι υψηλές τιμές της ενέργειας συνεχίζουν να αυξάνουν το κόστος για τις επιχειρήσεις και να τροφοδοτούν πληθωριστικές πιέσεις, ενώ οι πλήρεις επιπτώσεις του σοκ δεν έχουν ακόμη περάσει στο σύνολο της οικονομίας.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ υπογράμμισε ότι όσο περισσότερο διατηρούνται οι τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να προκληθούν ευρύτερες και πιο επίμονες ανατιμήσεις. Οι επιχειρήσεις, όπως σημείωσε, ήδη προεξοφλούν αυξήσεις στις τιμές πώλησης, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για δευτερογενείς επιπτώσεις στις τιμές, στους μισθούς και στις πληθωριστικές προσδοκίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πορεία της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αποκτά καθοριστική σημασία για τις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ. Η Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι ένα νέο κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη και να καθυστερήσει την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%.
Παρά τις πιέσεις, τα τελευταία οικονομικά στοιχεία προσφέρουν ορισμένες ενδείξεις σταθεροποίησης. Η δραστηριότητα στον τομέα των υπηρεσιών έχει ανακάμψει εν μέρει, ενώ η μεταποίηση εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα. Θετική συμβολή καταγράφεται και από τις ψηφιακές υπηρεσίες, με την αυξανόμενη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης να στηρίζει μέρος της οικονομικής δραστηριότητας.
Η εικόνα, ωστόσο, παραμένει εύθραυστη. Οι πρόδρομοι δείκτες δείχνουν ότι η ανάπτυξη θα κινηθεί σε μέτριους ρυθμούς το επόμενο διάστημα, καθώς το υψηλό ενεργειακό κόστος και η γεωπολιτική αβεβαιότητα περιορίζουν τη δυναμική της οικονομίας.
Η Λαγκάρντ εμφανίστηκε περισσότερο αισιόδοξη για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές, εκτιμώντας ότι η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, οι αυξημένες κρατικές δαπάνες για άμυνα και υποδομές, αλλά και μια πιθανή ανάκαμψη των εξαγωγών μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού, πάντως, η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή. Οι βραχυπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες διατηρούνται σε αυξημένα επίπεδα, ενώ η ΕΚΤ εκτιμά ότι οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στις τιμές. Αντίθετα, οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες εξακολουθούν να κινούνται κοντά στον στόχο του 2%, προσφέροντας έναν βαθμό στήριξης στη στρατηγική της κεντρικής τράπεζας.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, η ΕΚΤ επέλεξε να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά της επιτόκια. Το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων παραμένει στο 2,25%, το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,40% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,65%.
Η απόφαση έρχεται μετά την αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο, όταν η ΕΚΤ είχε επιχειρήσει να απαντήσει στις νέες πληθωριστικές πιέσεις που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση.
Η Λαγκάρντ τόνισε ότι η σημερινή στάση επιτρέπει στην ΕΚΤ να διατηρήσει περιθώρια αντίδρασης απέναντι στις νέες αβεβαιότητες, αποφεύγοντας παράλληλα να προδεσμευτεί για την επόμενη κίνηση. Όπως επανέλαβε, οι αποφάσεις θα συνεχίσουν να λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, με βάση τα εισερχόμενα οικονομικά δεδομένα και την εξέλιξη των πληθωριστικών πιέσεων.































