Την ανάγκη η Ελλάδα να αποκτήσει ένα πιο ισχυρό παραγωγικό μοντέλο με επίκεντρο τη βιομηχανία, τις εξαγωγές, την καινοτομία και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού υπογράμμισαν οι εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας στο πάνελ «Greece 2030: Securing long-term prosperity in a changing Europe», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 30ής Συζήτησης Στρογγυλής Τραπέζης του Economist με την Ελληνική Κυβέρνηση.
Κοινός τόπος των παρεμβάσεων ήταν ότι η διατήρηση των θετικών ρυθμών ανάπτυξης προϋποθέτει τη στήριξη της παραγωγής, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος που θα ευνοεί τις επενδύσεις.
Ο πρόεδρος του Ομίλου ΤΙΤΑΝ, Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, χαρακτήρισε τη βιομηχανία βασικό μοχλό ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνοντας ότι δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας, ενισχύει τις εξαγωγές και συμβάλλει στη διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου πέρα από τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Όπως ανέφερε, η σχετικά μικρή βιομηχανική βάση της χώρας μπορεί να αποτελέσει σήμερα συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς η Ελλάδα διαθέτει ευελιξία και ισχυρή παρουσία σε τομείς όπως η φαρμακοβιομηχανία, η ενέργεια, οι εξορύξεις, το βιομηχανικό λογισμικό, η άμυνα και η ναυτιλία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα του ανθρώπινου δυναμικού, υποστηρίζοντας ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για την ανάπτυξη δεν είναι πλέον η χρηματοδότηση αλλά η διαθεσιμότητα ταλέντου. Όπως σημείωσε, απαιτούνται αλλαγές στην εκπαίδευση, αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, ουσιαστική συζήτηση για τη μετανάστευση και ενεργότερη αξιοποίηση της ελληνικής διασποράς. Παράλληλα, εκτίμησε ότι το brain drain, πέρα από τις αρνητικές του συνέπειες, δημιούργησε ένα ισχυρό διεθνές δίκτυο Ελλήνων που μπορεί να μεταφέρει τεχνογνωσία, εξωστρέφεια και νέες πρακτικές στις ελληνικές επιχειρήσεις.
Στην ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της χώρας στάθηκε και ο πρόεδρος της Viohalco και του Hellenic Production, Μιχάλης Στασινόπουλος, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να παράγει και να εξάγει λιγότερο από όσο απαιτούν οι δυνατότητές της. Όπως ανέφερε, χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Τουρκία έχουν θέσει τη μεταποίηση στον πυρήνα της αναπτυξιακής τους στρατηγικής, γεγονός που ενισχύει την ανθεκτικότητά τους σε περιόδους κρίσεων.
Ο ίδιος χαρακτήρισε την ενίσχυση της βιομηχανίας μονόδρομο, ζητώντας ένα πιο ξεκάθαρο εθνικό σχέδιο για τη μεταποίηση, μεγαλύτερες επιχειρηματικές μονάδες μέσω συγχωνεύσεων, ισχυρότερο οικοσύστημα για νέες παραγωγικές δραστηριότητες και πιο ενεργή παρουσία της Ελλάδας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Τόνισε επίσης ότι η ανάπτυξη προϋποθέτει όχι μόνο εξειδικευμένους εργαζόμενους αλλά και περισσότερους επιχειρηματίες πρόθυμους να επενδύσουν και να αναλάβουν επιχειρηματικό ρίσκο.
Από την πλευρά του, ο co-chief executive της Elpen Group και πρόεδρος της ΠΕΦ, Θεόδωρος Τρύφων, τοποθέτησε τη συζήτηση στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, υπογραμμίζοντας ότι η αποβιομηχάνιση αποτελεί κοινή πρόκληση για την Ευρώπη. Όπως ανέφερε, η ελληνική οικονομία έχασε σημαντικό έδαφος κατά την περίοδο της κρίσης, ωστόσο από το 2019 καταγράφεται σταδιακή ανάκαμψη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον φαρμακευτικό κλάδο, όπου οι ισχυρές ελληνικές επιχειρήσεις έχουν πολλαπλασιαστεί.
Ο κ. Τρύφων ανέδειξε ως προτεραιότητες τη στενότερη συνεργασία πανεπιστημίων και βιομηχανίας, την ενίσχυση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων και τη δημιουργία εξειδικευμένων προγραμμάτων κατάρτισης για νέους επιστήμονες. Όπως σημείωσε, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία εκπαιδεύει κάθε χρόνο εκατοντάδες νέους, προσφέρει εκατοντάδες θέσεις μαθητείας και αξιοποιεί Έλληνες επιστήμονες της διασποράς ως μέντορες για τη νέα γενιά.
Κλείνοντας τη συζήτηση, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, υποστήριξε ότι η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μετατρέψει τις επιτυχίες των τελευταίων ετών σε μόνιμα χαρακτηριστικά της οικονομίας. Επισήμανε ότι η χώρα έχει καταγράψει ιστορικά υψηλά στις άμεσες ξένες επενδύσεις, σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας και αντιστροφή του brain drain, ενώ έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις ευκαιρίες που δημιουργεί το νέο Ταμείο
Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως ανέφερε, το αναπτυξιακό μοντέλο της επόμενης ημέρας θα πρέπει να στηρίζεται στις επενδύσεις, την καινοτομία, τις εξαγωγές και την επιχειρηματικότητα, με στόχο τη διατηρήσιμη ανάπτυξη έως το 2030.






























