Νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων προμηνύουν στοιχεία που δημοσιοποίησε σήμερα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), καθώς τόσο στη βιομηχανία όσο και στις υπηρεσίες καταγράφονται σημαντικές ανατιμήσεις, ενισχύοντας τις ανησυχίες για την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες.
Άλμα 13,5% στις τιμές παραγωγού της βιομηχανίας
Ειδικότερα, ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία σημείωσε τον Μάιο του 2026 ετήσια αύξηση 13,5%, έναντι ανόδου μόλις 2% τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Πρόκειται για μία από τις υψηλότερες ετήσιες αυξήσεις των τελευταίων ετών και αποτελεί σαφή ένδειξη ότι το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις αυξάνεται με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς.
Ο συγκεκριμένος δείκτης θεωρείται πρόδρομος του πληθωρισμού, καθώς αποτυπώνει τις τιμές που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις για την παραγωγή των προϊόντων τους πριν αυτά φτάσουν στον τελικό καταναλωτή. Ως εκ τούτου, η έντονη αύξηση του κόστους παραγωγής συνήθως μετακυλίεται, έστω και με χρονική υστέρηση, στις τιμές λιανικής.
Η ενέργεια οδηγεί το νέο κύμα αυξήσεων
Τις μεγαλύτερες πιέσεις προκαλεί ο ενεργειακός τομέας. Οι τιμές στην ενέργεια αυξήθηκαν κατά 26,4% σε ετήσια βάση, ενώ οι τιμές των προϊόντων διύλισης πετρελαίου εκτινάχθηκαν κατά 72,6%. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το ενεργειακό κόστος επηρεάζει το σύνολο σχεδόν της οικονομικής δραστηριότητας, από τη βιομηχανική παραγωγή και τις μεταφορές έως τις τιμές των τροφίμων και των υπηρεσιών.
Παράλληλα, ο δείκτης της εγχώριας αγοράς ενισχύθηκε κατά 7,7%, δείχνοντας ότι οι ανατιμήσεις επηρεάζουν άμεσα και την εσωτερική οικονομία, ενώ οι τιμές στην εξωτερική αγορά αυξήθηκαν κατά 28,1%, αντανακλώντας την άνοδο των διεθνών τιμών στην ενέργεια και στις πρώτες ύλες.
Σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στη βιομηχανία τροφίμων, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 2,6%, καθώς και στους κλάδους των βασικών μετάλλων και των χημικών προϊόντων, τομείς που τροφοδοτούν μεγάλο μέρος της παραγωγικής αλυσίδας και επηρεάζουν άμεσα το τελικό κόστος πολλών καταναλωτικών αγαθών.
Μικρή μηνιαία αποκλιμάκωση, αλλά οι πιέσεις παραμένουν
Σε μηνιαία βάση, ο γενικός δείκτης υποχώρησε κατά 0,9% σε σχέση με τον Απρίλιο, κυρίως λόγω αποκλιμάκωσης στις τιμές της ενέργειας. Ωστόσο, η διόρθωση αυτή δεν μεταβάλλει τη συνολική εικόνα, καθώς η ετήσια άνοδος παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, υποδηλώνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να είναι έντονες.
Την ίδια ώρα, οι πιέσεις μεταφέρονται ολοένα και περισσότερο στον τομέα των υπηρεσιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού στις Υπηρεσίες αυξήθηκε κατά 3,4% σε ετήσια βάση, μετά από άνοδο 3,3% το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.
Οι δείκτες αυτοί αποτελούν σημαντικό προπομπό του μελλοντικού πληθωρισμού, καθώς αποτυπώνουν τις τιμές που χρεώνουν οι επιχειρήσεις για τις υπηρεσίες τους και καταγράφουν τις πληθωριστικές πιέσεις που διαμορφώνονται στην οικονομία.
Τουρισμός, εστίαση και μεταφορές στο επίκεντρο των αυξήσεων
Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφονται στον τουρισμό και στην εστίαση. Ο δείκτης τιμών στον τομέα παροχής καταλύματος και εστίασης αυξήθηκε κατά 5,1%, ενώ οι υπηρεσίες εστίασης σημείωσαν ακόμη μεγαλύτερη άνοδο, της τάξης του 9,1%. Η εξέλιξη αυτή προμηνύει νέες αυξήσεις σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και υπηρεσίες φιλοξενίας κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου.
Ανοδικές πιέσεις παρατηρούνται και στις μεταφορές, όπου ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε κατά 4,1%, ενώ στις χερσαίες μεταφορές η άνοδος έφτασε το 4,7%, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω αυξήσεις στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στις υπηρεσίες διαχείρισης ακινήτων, με τον σχετικό δείκτη να ενισχύεται κατά 2,1%, καθώς και στις διοικητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υποστήριξης, όπου η άνοδος έφτασε το 4,3%, δείχνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν πλέον διαχυθεί σε ευρύ φάσμα της οικονομίας.
Αντίθετα, ορισμένοι κλάδοι εμφανίζουν τάσεις αποκλιμάκωσης, καθώς οι τιμές στις αεροπορικές μεταφορές μειώθηκαν κατά 1,2%, ενώ στις αρχιτεκτονικές και μηχανικές υπηρεσίες καταγράφηκε πτώση 7,5%. Ωστόσο, οι μειώσεις αυτές δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις ευρύτερες ανατιμήσεις.
































