Την ανάγκη ουσιαστικών αλλαγών στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τη ρύθμιση οφειλών επισημαίνει το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας (ΒΕΑ), προειδοποιώντας ότι χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να μείνουν εκτός των νέων ρυθμίσεων εάν δεν υιοθετηθούν πιο ευέλικτες και αποτελεσματικές λύσεις.
Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το νομοσχέδιο που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διατάξεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, το ΒΕΑ ζητά τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Όπως τονίζει το Επιμελητήριο, η βιοτεχνία και οι μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με σοβαρές οικονομικές πιέσεις, λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους, των αυξημένων τιμών στις πρώτες ύλες, της περιορισμένης κατανάλωσης, της δυσκολίας πρόσβασης σε χρηματοδότηση και των συσσωρευμένων υποχρεώσεων των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με το ΒΕΑ, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν επαρκούν για να δώσουν ουσιαστική διέξοδο στις επιχειρήσεις που αγωνίζονται να παραμείνουν βιώσιμες.
Κεντρική πρόταση του Επιμελητηρίου αποτελεί η θέσπιση νέας ρύθμισης αποπληρωμής οφειλών έως και σε 120 δόσεις, αντί των 72 που προβλέπονται σήμερα. Παράλληλα, ζητείται η διαγραφή σημαντικού μέρους των προσαυξήσεων και των προστίμων, ώστε να διαμορφωθούν βιώσιμες μηνιαίες υποχρεώσεις για τους οφειλέτες, να περιοριστεί η απώλεια υφιστάμενων ρυθμίσεων και να ενισχυθεί η εισπραξιμότητα των οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Το ΒΕΑ ζητά επίσης την κατάργηση του περιορισμού που αποκλείει από τη νέα ρύθμιση όσους διατηρούσαν ενεργές ρυθμίσεις κατά την 21η Απριλίου 2026, υποστηρίζοντας ότι οι συνεπείς επιχειρήσεις δεν πρέπει να τιμωρούνται αλλά να έχουν τη δυνατότητα μετάβασης σε ευνοϊκότερα σχήματα αποπληρωμής.
Παράλληλα, το Επιμελητήριο θεωρεί αναγκαία την ένταξη όλων των οφειλών που έχουν δημιουργηθεί έως σήμερα, σημειώνοντας ότι σημαντικό μέρος των προβλημάτων ρευστότητας και των νέων ληξιπρόθεσμων χρεών δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών 2024 και 2025, τα οποία δεν καλύπτονται από τις ισχύουσες προβλέψεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ύψος του επιτοκίου των ρυθμίσεων, το οποίο, σύμφωνα με το ΒΕΑ, προσεγγίζει το 5,84% και λειτουργεί αποτρεπτικά για πολλές επιχειρήσεις. Το Επιμελητήριο προτείνει τη θέσπιση σταθερού επιτοκίου έως 2% ή ακόμη και την πλήρη απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις για επιχειρήσεις που έχουν υποστεί σημαντική μείωση τζίρου ή μικτού κέρδους τα τελευταία χρόνια.
Ταυτόχρονα, ζητείται η θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού για όσους εντάσσονται στις ρυθμίσεις, καθώς, όπως επισημαίνεται, η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών στερεί από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα κάλυψης βασικών λειτουργικών αναγκών, όπως η μισθοδοσία, οι αγορές πρώτων υλών και οι τρέχουσες δαπάνες.
Ο πρόεδρος του ΒΕΑ, Κωνσταντίνος Δαμίγος, υπογράμμισε ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση, αλλά ρεαλιστικές λύσεις που θα τους επιτρέψουν να παραμείνουν βιώσιμες, να διατηρήσουν θέσεις εργασίας και να συνεχίσουν να συμβάλλουν στην οικονομία και στα δημόσια έσοδα.
«Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι ρυθμίσεις με περισσότερες δόσεις έχουν μεγαλύτερη ανταπόκριση και οδηγούν σε ουσιαστική αύξηση των δημοσίων εσόδων. Η αγορά χρειάζεται ανάσες ρευστότητας και όχι νέους περιορισμούς», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι το ΒΕΑ θα συνεχίσει να παρεμβαίνει με τεκμηριωμένες προτάσεις υπέρ της βιοτεχνίας, της μικρής επιχείρησης και της παραγωγικής οικονομίας.
«Η αγορά δεν αντέχει άλλες λύσεις-ημίμετρα», κατέληξε ο κ. Δαμίγος.





























