Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να προχωρήσει σήμερα στην πρώτη αύξηση του επιτοκίου αναφοράς έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια, σηματοδοτώντας στροφή στη νομισματική της πολιτική απέναντι στις αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί κυρίως η άνοδος των τιμών της ενέργειας και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Η απόφαση, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα καταστήσει την ΕΚΤ μία από τις πρώτες μεγάλες κεντρικές τράπεζες που υιοθετούν εκ νέου περιοριστική πολιτική μετά την πρόσφατη αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Παράλληλα, η Τράπεζα θα παρουσιάσει τις νέες οικονομικές της προβλέψεις, οι οποίες εκτιμάται ότι θα ενσωματώνουν υψηλότερες προβλέψεις για τον πληθωρισμό και χαμηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.
Οι αγορές και οι αναλυτές στρέφουν το ενδιαφέρον τους τόσο στην απόφαση όσο και στις δηλώσεις της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία αναμένεται να δώσει το στίγμα για τις επόμενες κινήσεις της νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να περιοριστεί στην επισήμανση της αυξημένης αβεβαιότητας που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, αποφεύγοντας συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη συνέχεια.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις οικονομολόγων, η σημερινή αύξηση ενδέχεται να αποτελέσει την αρχή ενός νέου κύκλου σύσφιγξης, με δύο ακόμη αυξήσεις να οδηγούν το βασικό επιτόκιο έως το 2,75% από το σημερινό 2%. Παρότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Τράπεζα της Αγγλίας συνεδριάζουν τις επόμενες ημέρες, δεν αναμένεται να ακολουθήσουν αντίστοιχη κίνηση.
Κεντρική ανησυχία των νομισματικών αρχών αποτελεί ο κίνδυνος οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας να μεταφερθούν στους μισθούς και στη συνέχεια στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχουν καταγραφεί ισχυρές ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς οι περισσότερες μισθολογικές συμφωνίες στην Ευρωζώνη έχουν ήδη ολοκληρωθεί από τις αρχές του έτους.
Η ΕΚΤ φαίνεται να επιδιώκει μέσω της αύξησης των επιτοκίων να στείλει σαφές μήνυμα προς τις αγορές, τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει την εκ νέου εκτροπή του πληθωρισμού, όπως είχε συμβεί το 2022. Οι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η αναμονή για περισσότερα στοιχεία θα μπορούσε να αποδειχθεί επιζήμια, καθυστερώντας την απαραίτητη αντίδραση.




























