Με ταχείς ρυθμούς εξελίσσεται η ενεργειακή μετάβαση της Ελλάδας, καθώς το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) αναδεικνύεται στην κυρίαρχη πηγή προμήθειας της εγχώριας αγοράς, περιορίζοντας σημαντικά τη συμμετοχή τόσο του ρωσικού όσο και του αζερικού φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία για την περίοδο Ιανουαρίου – Μαΐου 2026, το LNG κάλυψε το 64,3% της συνολικής ζήτησης φυσικού αερίου στη χώρα, ενώ το μερίδιο του ρωσικού αερίου υποχώρησε στο 24,4%, από 44,6% που είχε διαμορφωθεί στο τέλος του 2025.
Καθοριστική για τη μεταβολή του ενεργειακού μείγματος ήταν η σημαντική αύξηση των εισαγωγών LNG μέσω της Ρεβυθούσας και του FSRU Αλεξανδρούπολης, οι οποίες ανήλθαν συνολικά στις 18,9 TWh, καταγράφοντας ιστορικό υψηλό για το πρώτο πεντάμηνο του έτους. Παράλληλα, περίπου το 80% των συνολικών ποσοτήτων LNG που εισήχθησαν στην Ελλάδα προήλθε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που ενισχύει αισθητά την παρουσία του αμερικανικού φυσικού αερίου στην ελληνική αγορά.
Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μέσω του Σιδηροκάστρου μειώθηκαν κατά 39,3% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, διαμορφούμενες στις 7,2 TWh. Πτωτική ήταν και η πορεία των εισαγωγών αζερικού αερίου μέσω της Νέας Μεσημβρίας, οι οποίες υποχώρησαν κατά 4,5% στις 4,3 TWh, με αποτέλεσμα το μερίδιό τους να περιοριστεί στο 14,7% της συνολικής κατανάλωσης.
Ωστόσο, η στροφή προς το LNG συνοδεύεται από αυξημένο οικονομικό κόστος, καθώς οι μεγαλύτερες εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο υψηλών διεθνών τιμών, οι οποίες επηρεάστηκαν από τη νέα κρίση στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η αυξανόμενη εξάρτηση από το αμερικανικό LNG δημιουργεί νέα δεδομένα για την ενεργειακή ασφάλεια τόσο της Ελλάδας όσο και της ευρύτερης ευρωπαϊκής αγοράς.
Παρά τις σημαντικές αλλαγές στο μείγμα προμήθειας, η συνολική εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, φτάνοντας τις 29,35 TWh κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026. Η ηλεκτροπαραγωγή συνέχισε να αποτελεί τον μεγαλύτερο καταναλωτή, απορροφώντας το 63,1% των συνολικών ποσοτήτων, ενώ τα δίκτυα διανομής που εξυπηρετούν νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις κάλυψαν το 25,4% της ζήτησης και η βιομηχανία το 11,6%.




























