Ισχυρή επιτάχυνση κατέγραψαν οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία τον Απρίλιο του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ενισχύοντας τις ανησυχίες για την επανεμφάνιση έντονων πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία. Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία αυξήθηκε κατά 12,8% σε ετήσια βάση, έναντι οριακής ανόδου 0,5% που είχε καταγραφεί τον Απρίλιο του 2025, ενώ σε σύγκριση με τον Μάρτιο σημείωσε αύξηση 1,2%.
Η άνοδος προήλθε κυρίως από τις εξαγωγικές αγορές, όπου οι τιμές παραγωγού εκτινάχθηκαν κατά 30,4%, ενώ στην εγχώρια αγορά η αύξηση διαμορφώθηκε στο 5,9%. Παράλληλα, ο μέσος δείκτης του τελευταίου δωδεκαμήνου παρουσίασε άνοδο 1%, ανατρέποντας τη μείωση 0,8% που είχε καταγραφεί την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας διαδραμάτισε ο ενεργειακός τομέας. Οι τιμές στην ενέργεια αυξήθηκαν συνολικά κατά 24,9% σε ετήσια βάση, ενώ στις εξαγωγικές αγορές η άνοδος έφθασε το 77,6%, αποτυπώνοντας τη συνεχιζόμενη αστάθεια στις διεθνείς αγορές ενέργειας και καυσίμων.
Τη μεγαλύτερη αύξηση παρουσίασε ο κλάδος παραγωγής οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου, με τις τιμές να ενισχύονται κατά 82% στην εξωτερική αγορά και κατά 75,2% στην εγχώρια. Σημαντικές ανατιμήσεις καταγράφηκαν επίσης στην εξόρυξη μεταλλευμάτων (+29,1%), στην παραγωγή βασικών μετάλλων (+13,8%), στην κατασκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών και οπτικών προϊόντων (+12%) και στη βιομηχανία χημικών προϊόντων (+8,8%).
Στον αντίποδα, μειώσεις σημειώθηκαν σε ορισμένους κλάδους. Οι τιμές στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου και κλιματισμού υποχώρησαν κατά 3,2% στην εξωτερική αγορά και κατά 5,2% στην εγχώρια, ενώ η παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών υλών κατέγραψε πτώση 4,2%.
Η εξέλιξη του δείκτη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού αποτελεί έναν από τους βασικούς πρόδρομους δείκτες του πληθωρισμού. Αποτυπώνει τις μεταβολές στο κόστος που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις κατά την παραγωγική διαδικασία και συχνά προαναγγέλλει τις τάσεις που ακολουθούν στις τελικές τιμές καταναλωτή.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις επανέρχονται δυναμικά μετά από μια περίοδο σχετικής αποκλιμάκωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ετήσια μεταβολή του δείκτη επιταχύνθηκε από 8,3% τον Μάρτιο στο 12,8% τον Απρίλιο, με κύρια αιτία όχι την ενίσχυση της ζήτησης αλλά την αύξηση του κόστους παραγωγής, κυρίως λόγω ενέργειας και πετρελαϊκών προϊόντων.
Οι εξελίξεις στον κλάδο των διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων θεωρούνται από τους οικονομικούς αναλυτές το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έκθεσης, καθώς θα μεταφραστούν τους επόμενους μήνες σε αυξημένες πιέσεις στα καύσιμα, στις μεταφορές, στα αεροπορικά και ακτοπλοϊκά εισιτήρια, καθώς και στο συνολικό κόστος διακίνησης προϊόντων και λειτουργίας επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η αύξηση 8,8% στις τιμές των χημικών προϊόντων δημιουργεί προϋποθέσεις για μετακύλιση του κόστους σε ένα ευρύ φάσμα καταναλωτικών αγαθών, καθώς ο κλάδος τροφοδοτεί με πρώτες ύλες βιομηχανίες όπως τα απορρυπαντικά, τα καλλυντικά, τα πλαστικά και οι συσκευασίες. Αντίστοιχα, οι ανατιμήσεις στα βασικά μέταλλα και στα μεταλλεύματα ενδέχεται να επηρεάσουν το κόστος κατασκευών, βιομηχανικού εξοπλισμού και τεχνικών έργων.
Τέλος, πιο συγκρατημένη εμφανίζεται προς το παρόν η εικόνα στον κλάδο των τροφίμων. Οι τιμές στη βιομηχανία τροφίμων αυξήθηκαν με σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, κατά 1,1% στην εξωτερική αγορά και 2,4% στην εγχώρια.































