Αν η κυβέρνηση θύµωνε εξαιτίας της ακρίβειας, θα γίνονταν ουσιαστικοί έλεγχοι σε όλους τους κρίκους της προµηθευτικής αλυσίδας και όχι γραφειοκρατικοί στον τελευταίο, στο ράφι. ∆εν θα απέφευγε να ελέγξει για εσωτερικές υπερτιµολογήσεις τις πολυεθνικές. Θα ενίσχυε την Επιτροπή Ανταγωνισµού. Θα έσπευδε να περιορίσει τις εισαγόµενες πληθωριστικές πιέσεις πριν διαχυθούν και γίνουν αφορµή/ ευκαιρία για γενικευµένες κερδοσκοπικές ανατιµήσεις. Και, πάντως, δεν θα κερδοσκοπούσε η ίδια, διατηρώντας υψηλούς συντελεστές ΦΠΑ σε είδη πρώτης ανάγκης και επιµένοντας να µην τιµαριθµοποιεί τη φορολογική κλίµακα. ∆είτε, για παράδειγµα, τι έκανε ο Σάντσεθ στην Ισπανία –χωρίς να θυµώνει: τον Απρίλιο, όταν ο πληθωρισµός καθ’ ηµάς εκτινάχθηκε στο 4,6% (53% πάνω από τον µέσο όρο της Ευρωζώνης) και αυξήθηκε στις περισσότερες µεγάλες ευρωπαϊκές οικονοµίες, στην Ισπανία υποχώρησε από το 3,4% στο 3,2%. Στις 20 Μαρτίου, µείωσε τον ΦΠΑ σε καύσιµα, ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο από 21% σε 10%, περιόρισε τη φορολογία υδρογονανθράκων στο κατώτατο επιτρεπτό επίπεδο της Ε.Ε. και ταυτόχρονα πρόσφερε φοροελαφρύνσεις και στοχευµένη στήριξη σε κλάδους που επλήγησαν περισσότερο από την ενεργειακή κρίση.
Η Ισπανία προβάλλει στην Ευρώπη ως θετικό υπόδειγµα. Η χώρα µας γίνεται υπόδειγµα πληθωρισµού κερδών – ή «πληθωρισµού απληστίας», όπως είχε πει παλιά ο πρωθυπουργός.
Μια µατιά στη µεγάλη εικόνα είναι αποκαλυπτική: (α) Στην 5ετία 2020-2025 οι µισθοί αυξήθηκαν ονοµαστικά 16,7% και η παραγωγικότητα της εργασίας 7,8% αλλά ο τιµάριθµος αυξήθηκε 20,9%. Η διαφορά των 12 µονάδων µεταξύ µισθών + παραγωγικότητας και τιµαρίθµου προήλθε ακριβώς από την αύξηση των κερδών. (β) Το 2019 τα εισοδήµατα από κέρδη ήταν 21,3 δισ. µεγαλύτερα από της εργασίας, ενώ το 2024 ήταν µεγαλύτερα κατά 36,1 δισ. ευρώ. Στην 5ετία, διευρύνθηκε η διαφορά κατά 14,8 δισ. ευρώ ή 69,5% εις βάρος της εργασίας. Τι δείχνουν οι αριθµοί; Οτι τα τελευταία χρόνια έχει γίνει µια πρωτοφανής αναδιανοµή εις βάρος των οικονοµικά ασθενέστερων, που όµοιά της δεν έχει υπάρξει στα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης.
Η κυβέρνηση δεν θυµώνει. Προεδρεύει. Κι έτσι, οι αξίες της γης και των ακινήτων έχουν επανέλθει στα προ της κρίσης χρέους επίπεδα, τα δηλωµένα κέρδη έχουν εκτιναχθεί και, σιωπηλά, τα µόνα που µένουν σε µνηµονιακό καθεστώς αποπληθωρισµού είναι οι µισθοί και τα ηµεροµίσθια. ∆εν πρόκειται για αστοχία. Είναι η φθηνή εργασία που κινεί το ελληνικό οικονοµικό µοντέλο.
Η φθηνή εργασία είναι το θεµέλιο ενός οικονοµικού µοντέλου που –αν και ιστορικά παρωχηµένο– παραµένει κυρίαρχο. Προϋπόθεση για να αλλάξει είναι η επεξεργασία και εφαρµογή από κράτος και ιδιωτική επιχειρηµατικότητα ενός µακροπρόθεσµου σχεδίου ανασυγκρότησης της οικονοµίας σε σύγχρονη παραγωγική βάση.
Κάπου εδώ µπορεί να αναζητηθεί και µια ερµηνεία της χαµηλής παραγωγικότητας. Αν οι επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισµό και υψηλή τεχνολογία δεν είναι το ατού της ελληνικής οικονοµίας, µε αποτέλεσµα η παραγωγικότητα της εργασίας να ασθµαίνει στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης, οφείλεται ακριβώς (και) στο ότι η µισθωτή εργασία είναι πολύ φθηνή. Είναι το παραδοσιακό «συγκριτικό πλεονέκτηµα» της χώρας, που φροντίζει να συντηρεί η κυβέρνηση κλείνοντας το µάτι στην κερδοσκοπία.
(Ο Κώστας Καλλίτσης είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)































