Η «Μπαρτσελόνα», μια από τις δημοφιλέστερες ομάδες του κόσμου, ήταν πάντα συνδεδεμένη με την πολιτική. Η ιστορική της διαδρομή ήταν άρρηκτα δεμένη με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ισπανία και τα ιδεολογικά ρεύματα που αναπτύσσονταν στην κοινωνία της Καταλωνίας, ιδιαίτερα της Βαρκελώνης. Ρεύματα αντιφατικά, από το όραμα της ανεξάρτητης Καταλονίας των εθνικιστών ως το «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας», για να θυμηθούμε το έργο του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπεργκερ για τη μυθική μορφή του αναρχοσυνδικαλιστή Μπουαναβεντούρα Ντουρούτι. Όσο κι αν όλα τριγύρω αλλάξανε, αυτή η αύρα συνοδεύει και σήμερα την «Μπάρτσα».
Ποιός όμως θα φανταζόταν πως τα «μπαλουγκράνα» χρώματά της θα αποτελούσαν θέμα της επικαιρότητας στην πολιτική ζωή της Ελλάδας; Λογικά κανείς εκτός από τον Αλέξη Τσίπρα που επίλεξε τα χρώματα και τα σύμβολα (φανέλα, μπάλα) της για να «ντύσει» την προαναγγελία της «Πυξίδας», του νέου πολιτικού φορέα που παρουσίασε την Τρίτη 26 Μάη στο Θησείο. Οι ποδοσφαιρικοί συμβολισμοί με πολιτικές προεκτάσεις προφανείς, δεν τους έκρυψε: Το μπλε της Ελλάδας, το βαθύ κόκκινο (γκρενά θα το έλεγαν οι πιο σχολαστικοί) των κοινωνικών αγώνων και η αντικαθεστωτική αύρα της «Μπάρτσα». Και στον ρόλο της «Ρεάλ», της καθαστωτικής δύναμης, στο άλλο άκρο του δίπολου; Μα φυσικά η Ν.Δ. του Κ. Μητσοτάκη!
Ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής, θα πουν ορισμένοι. Λάθος, πολιτικοποίηση του ποδοσφαίρου, όπως συνέβαινε πάντα και ειδικά στην Ισπανία.
Το ποδόσφαιρο εκφραστής της κοινωνίας
Το ποδόσφαιρο δημιουργήθηκε, με τη μορφή του οργανωμένου παιχνιδιού, από τα μέσα του 19ου αιώνα στην Αγγλία· Αποτέλεσε μία από τις κύριες εκφράσεις της στροφής προς την άθληση που έφεραν στην επιφάνεια οι κοινωνικές συνθήκες στις νέες βιομηχανικές κοινωνίες. Η ιδεολογική πλατφόρμα του ρομαντισμού ευνοούσε την ενασχόληση με τον κλασικό αθλητισμό, τάση που συναντήθηκε με οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της εποχής και οδήγησε στην αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Η τάση αυτή, όμως, δύσκολα μπορούσε να εκφράσει τα κοινωνικά δεδομένα που βίωνε η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, τα λαϊκά στρώματα. Ο κλασικός αθλητισμός προωθούσε κυρίως την ατομικότητα, ενώ οι νέες συνθήκες παραγωγής και κατοικίας είχαν το στοιχείο της ομαδικής εργασίας και συνύπαρξης. Οι κοινωνίες γίνονταν όλο και πιο βαθιά ταξικές και αυτό ενστικτωδώς ενίσχυε ό,τι εμπεριείχε το στοιχείο της σύγκρουσης· οι πολυσχιδείς αντιθέσεις που γεννούσε ή έφερνε στην επιφάνεια ο ραγδαία αναπτυσσόμενος καπιταλισμός έψαχναν χώρους να εκφραστούν. Η συγκρότηση ποδοσφαιρικών ομάδων, οι αγώνες και οι αντιπαλότητες που γεννούσαν πρόσφεραν τον χώρο αυτόν.
Ο κλασικός αθλητισμός θα αποτελέσει την κορωνίδα του «Ολυμπιακού πνεύματος», της ρομαντικής –και τόσο ψεύτικης– «ευγενούς άμιλλας», την αντανάκλαση του «ελευθέρου και υγιούς ανταγωνισμού» της αστικής κοινωνίας. Θα γίνει αξία και χόμπι της καλής κοινωνίας, γεγονός που θα κατοχυρωθεί και καταστατικά από τον Πιερ ντε Κουπερτέν και τους άλλους «αναβιωτές» των Ολυμπιακών Αγώνων. Αντίθετα, το ποδόσφαιρο θα διαδοθεί σε όλον τον κόσμο, γεωγραφικά και ταξικά, σαν τη φωτιά σε στρώμα από ξερά χόρτα, σε μάζες έτοιμες να το υποδεχτούν.
Στην Ισπανία των διαφορετικών εθνοτήτων
Τα καλύτερα παραδείγματα για την κοινωνική αυτή διεργασία, που αποτέλεσε (και αποτελεί) το ποδόσφαιρο, τον 19ο αιώνα αλλά και στην εξέλιξή της, έρχονται φυσικά από τη χώρα που τη γέννησε, τη Βρετανία. Άγγλοι ήταν και οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ που διέμεναν στη Μαδρίτη και ίδρυσαν το 1895 την ομάδα «Foot-Βall Sky». Μετά από αλλεπάλληλες διασπάσεις, το 1902 θα ιδρυθεί η «Sociedad» Madrid FC, η «Κοινωνία της Μαδρίτης». Η ομάδα αρχίζει να κατακτά τίτλους, γίνεται πολύ δημοφιλής και θα επιλεγεί να αποτελέσει την ιδεολογική έκφραση του καθεστώτος και της ενωμένης Ισπανίας, χωρίς όμως το «ύποπτο» για σοσιαλίζουσες τάσεις προσωνύμιο «Sociedad».
Έτσι, το 1927 ο βασιλιάς Αλφόνσος ΙΓ΄ θα της αποδώσει το προσωνύμιο «Real», δηλαδή «Βασιλική», επισημοποιώντας την ταύτισή της με την εξουσία. Αυτό θα γίνει φανερό τις επόμενες δεκαετίες στην ταύτιση με το φασιστικό καθεστώς του στρατηγού Φράνκο και τη σκανδαλώδη υποστήριξη από αυτό, ειδικά την περίοδο που πρόεδρός της ήταν ο στενός συνεργάτης του Φράνκο, Σαντιάγκο Μπερναμπέου. Η ομάδα, εκτός από σύμβολο δύναμης του καθεστώτος, προβαλλόταν και ως το ενοποιητικό στοιχείο της χώρας, αντίβαρο στις αποσχιστικές τάσεις των επιμέρους εθνοτήτων όπως των Βάσκων, που αθλητικά εκφράζονταν από την «Αθλέτικ Μπιλμπάο», και, προπάντων, των Καταλανών: στη Βαρκελώνη είχε ιδρυθεί ήδη μια ομάδα που έξω από το γήπεδό της θα αναγραφόταν η φράση «Mes que un club», δηλαδή «κάτι παραπάνω από μια ομάδα»…
Τον Οκτώβριο του 1899, ο Ελβετός Χανς Γκάμπερ δημοσίευσε μια αγγελία στις εφημερίδες της Βαρκελώνης για τη δημιουργία ποδοσφαιρικής ομάδας. Η συγκέντρωση έγινε στο γυμνάσιο «Σόλε», όπου και ιδρύθηκε η ομάδα που πήρε το όνομα της πόλης. Γρήγορα ταυτίστηκε με το εθνικό αίσθημα των Καταλανών και στις 14 Ιουνίου 1925 κατά τη διάρκεια ενός αγώνα οι οπαδοί της αποδοκίμασαν τον ισπανικό εθνικό ύμνο. Ο δικτάτορας Πρίμο Ντε Ριβέρα επέβαλε τότε εξάμηνη διακοπή των λειτουργιών της.
Όταν το 1936 ξέσπασε ο Ισπανικός εμφύλιος, η «Μπαρτσελόνα» ως οργανισμός τάχθηκε ενεργά στο πλευρό των Δημοκρατικών· ο πρόεδρός της Ζόζεπ Σουνιόλ εκτελέστηκε από τους φασίστες του Φράνκο. Η ομάδα περιόδευσε στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στο Μεξικό, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για τους αγωνιστές, ενώ τα γραφεία των συνδέσμων της έγιναν επανειλημμένα στόχος βομβιστικών επιθέσεων.Μετά την επικράτηση του Φράνκο το 1939 άρχισαν τα μαύρα χρόνια, καθώς ο δικτάτορας ευνοούσε σκανδαλωδώς τη «Ρεάλ Μαδρίτης».
Η αντίθεση σήμερα έχει σαφώς μετασχηματισθεί, η βάση όμως παραμένει. Στα γήπεδα που παίζει η «Μπάρτσα» συνεχίζουν να ανεμίζουν οι σημαίες της Καταλονίας, η ίδια, όμως, είναι πια ένα προστατευόμενο – από το κράτος και από την UEFA – τεράστιο οικονομικό μέγεθος. Από τη συντριπτική πλειοψηφία των Καταλανών αντιμετωπίζεται ως η «εθνική» τους ομάδα, ενώ η φιλοβασιλική, φιλοισπανική ΡΚΝ «Εσπανιόλ», που έχει επίσης έδρα τη Βαρκελώνη, αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση από την ίδια αυτή συντριπτική πλειοψηφία. Αυτό που δεν έχει μετασχηματισθεί είναι η ταύτιση της «Ρεάλ» με το κράτος, καθώς και η ταύτιση των Βάσκων με την «Αθλέτικ Μπιλμπάο», τη μοναδική ομάδα που εξακολουθεί να θεωρεί προϋπόθεση για να ενταχθεί ένας ποδοσφαιριστής σε αυτήν να είναι Βάσκος.
Σήμερα τι έχει απομείνει;
Στην εποχή μας συνεχίζουν να υπάρχουν «λαϊκές», «προοδευτικές» ομάδες που συγκρούονται με τις «αστικές», «αντιδραστικές»; Θα ήταν αστείο να υποστηριχτεί κάτι τέτοιο στο επίπεδο του πρωταθλητισμού. Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε πως ο χαρακτηρισμός «λαϊκές» αφορά την κοινωνική προέλευση και τα χαρακτηριστικά που ακολουθούν μια ομάδα από την ίδρυσή της και δεν αφορά φυσικά τη δημοφιλία της. Η Ρεάλ, η Γιουβέντους, ο Άγιαξ, η Ρίβερ Πλέιτ, ο ΠΑΟ ομάδες δημοφιλέστατες είναι και τα δεκάδες εκατομμύρια των οπαδών τους στη συντριπτική πλειοψηφία τους εργαζόμενοι/ες και νέοι/ες. Δεν μπορούν, λοιπόν, σε καμία περίπτωση να ταυτιστούν με τη μεγαλοαστική τάξη ή, πολύ περισσότερο, με φασιστικά καθεστώτα.
Από την άλλη, είναι τουλάχιστον αφέλεια να πιστεύουμε πως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η Λίβερπουλ, η Μπάρτσα, η Μπόκα Τζούνιορς, ο Ολυμπιακός, επιχειρήσεις με χρηματιστηριακή αξία δισεκατομμυρίων ευρώ, συνεχίζουν να κινούνται στο πνεύμα των εργατών των σιδηροδρόμων, των λιμανιών και των κλωστοϋφαντουργείων, του Ντουρούτι, της Πασιονάρια, του Γόδα και του Μουράτη. Η Μπαρτσελόνα, εν προκειμένω, σήμερα είναι – τυπικά - μια εταιρεία «λαικής βάσης». Στην πραγματικότητα είναι ένα βασίλειο των μάνατζερ όπου συμφέροντα διαπλεκονται με πολύμορφες εξουσίες.
Για ποια «Μπάρτσα» λοιπόν μιλάμε;
Ποια «Μπάρτσα» λοιπόν επικαλείται υπαινικτικά ή και ανοιχτά ο Αλέξης Τσίπρας; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Την «Μπάρτσα» των αγωνιστικών παραδόσεων της Βαρκελώνης; Του Γιαμάλ που πριν λίγες ημέρες, στον γύρο του θριάμβου για την κατάκτηση του πρωταθλήματος, ανέμιζε την Παλαιστινιακή σημαία; Ή την «άλλη», το βασίλειο των μάνατζερ που εμπλέκεται σε σκάνδαλα, διατηρεί άριστες σχέσεις με τις διεφθαρμένες διεθνείς ομοσπονδίες αλλά και με το κράτος του Ισραήλ;
Αυτό θα πρέπει να το ξεκαθαρίσει ο ίδιος και η «Πυξίδα». Ας πάρει πάντως υπόψη του πως στις διεθνείς ενώσεις, στα θέματα της δομής και της μοιρασιάς των τεράστιων κερδών, η σημερινή «Μπάρτσα» κατά κανόνα ακολουθεί κοινή γραμμή με την καθεστωτική «Ρεάλ». Αν λέει κάτι αυτό...
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας - Το βιβλίο του «Προδομένο Μεσολόγγι» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ»)































