Η Ελλάδα υποχώρησε στην Παγκόσμια Επετηρίδα Ανταγωνιστικότητας 2025 του International Institute for Management Development (IMD), καταγράφοντας απώλεια τριών θέσεων σε σχέση με το 2024 και τεσσάρων σε ορίζοντα πενταετίας, σύμφωνα με νέο policy paper του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές».
Η μελέτη εξετάζει τη θέση της ελληνικής οικονομίας στο διεθνές περιβάλλον, συνδέοντας τα ευρήματά της με τη συζήτηση που έχει ανοίξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά την Έκθεση Draghi, την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον σχεδιασμό του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ) για την περίοδο 2028–2034.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ανάλυσης, η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε διαρθρωτικές αδυναμίες, καθώς στους τρεις από τους τέσσερις βασικούς πυλώνες ανταγωνιστικότητας —Επιχειρηματική Αποτελεσματικότητα, Οικονομική Αποδοτικότητα και Κυβερνητική Αποτελεσματικότητα— κατατάσσεται στην 53η θέση μεταξύ των 69 χωρών που αξιολογήθηκαν.
Η μεγαλύτερη επιδείνωση καταγράφηκε στον τομέα της Επιχειρηματικής Αποτελεσματικότητας, όπου η Ελλάδα έχασε εννέα θέσεις, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη συνεχιζόμενη διαρροή επιστημονικού δυναμικού, με τη χώρα να βρίσκεται στην 64η θέση, αλλά και στην υστέρηση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπου καταλαμβάνει την 61η θέση.
Παράλληλα, το ΚΕΦΙΜ επισημαίνει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση των τελευταίων ετών δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στην 60ή θέση στον σχετικό δείκτη, ενώ στον τομέα των υποδομών παραμένει αμετάβλητη στην 40ή θέση για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον Παγκόσμιο Δείκτη Επιχειρηματικής Πολυπλοκότητας (GBCI 2026) της TMF Group, σύμφωνα με τον οποίο η Ελλάδα αναδεικνύεται για τρίτη διαδοχική χρονιά ως η χώρα με τη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα παγκοσμίως στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, λόγω των συχνών νομοθετικών και κανονιστικών αλλαγών.
Στο πεδίο των επενδύσεων, η μελέτη καταγράφει σημαντική αύξηση του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου την περίοδο 2021–2025, με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 και κορυφώσεις στο +21,8% το 2021 και +21,9% το 2022. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, η άνοδος αυτή αντανακλά κυρίως την αναπλήρωση του κεφαλαίου που χάθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης και όχι ακόμη μια σταθερή διαδικασία δημιουργίας νέου παραγωγικού κεφαλαίου.
Το policy paper υπογραμμίζει επίσης ότι οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων της Έκθεσης Πισσαρίδη εντοπίζονται στους τομείς της Δικαιοσύνης, της αγοράς εργασίας και της χρηματοδότησης, οι οποίοι εξακολουθούν να λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για τη μετατροπή των επενδύσεων σε ουσιαστική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μελέτη αναφέρει ότι το νέο ΠΔΠ 2028–2034 προβλέπει ψηφιακές επιδοτήσεις ύψους 51,5 δισ. ευρώ, επικαλούμενο την Έκθεση Draghi. Ωστόσο, σημειώνει ότι ο κατακερματισμός των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών και τα διαχρονικά ρυθμιστικά εμπόδια εξακολουθούν να αποτελούν τις βασικές αιτίες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, τόνισε ότι η ανταγωνιστικότητα συνδέεται άμεσα με την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων προς όφελος της απασχόλησης και των εισοδημάτων. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει πετύχει σημαντική σταθεροποίηση τα τελευταία χρόνια, ωστόσο το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας μέσα από τη μείωση της πολυπλοκότητας, τη βελτίωση της πρόσβασης σε κεφάλαιο, την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και τη δημιουργία ευνοϊκότερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η ίδια πρόκληση αφορά και την Ευρώπη, προειδοποιώντας πως η ενίσχυση των επιδοτήσεων χωρίς βαθύτερες θεσμικές παρεμβάσεις δεν θα επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό.




























