Η ελληνική ναυτιλία διατηρεί αδιαμφισβήτητα την κυριαρχία της σε παγκόσμιο επίπεδο, επιβεβαιώνοντας τον ηγετικό της ρόλο σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, εμπορικών ανακατατάξεων και ενεργειακών προκλήσεων. Η ετήσια έκθεση της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) για την περίοδο 2025-2026 καταγράφει τη διαρκή ισχύ του ελληνόκτητου στόλου, ο οποίος αντιπροσωπεύει πλέον το 19,1% της παγκόσμιας χωρητικότητας, διατηρώντας την Ελλάδα στην κορυφή των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών.
Ο ελληνόκτητος στόλος αριθμεί σήμερα 5.800 ποντοπόρα εμπορικά πλοία, με συνολική χωρητικότητα που υπερβαίνει τα 458 εκατ. dwt, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται ένα εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα ανανέωσης και ενίσχυσης, καθώς διεθνώς κατασκευάζονται ακόμη 725 πλοία ελληνικών συμφερόντων, συνολικής αξίας που εκτιμάται στα 60 δισ. δολάρια. Όπως επισημαίνει η πρόεδρος της ΕΕΕ, Μελίνα Τραυλού, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας η ναυτιλία εξακολουθεί να λειτουργεί ως πυλώνας συνέχειας, σταθερότητας και παγκόσμιας συνοχής.
Η ελληνική υπεροχή αποτυπώνεται έντονα και στο ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς ο ελληνόκτητος στόλος ελέγχει το 61% της συνολικής χωρητικότητας του ευρωπαϊκού στόλου, αποτελώντας κρίσιμο στρατηγικό πλεονέκτημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, το 98% της χωρητικότητάς του εξυπηρετεί μεταφορές προς και από τρίτες χώρες, γεγονός που αναδεικνύει την Ελλάδα σε έναν από τους σημαντικότερους διασυνοριακούς μεταφορείς διεθνώς.
Ιδιαίτερα ισχυρή παραμένει η παρουσία της ελληνικής ναυτιλίας σε κομβικές κατηγορίες πλοίων. Στον τομέα του χύδην ξηρού φορτίου, ο ελληνόκτητος στόλος διαθέτει 2.766 πλοία, αντιπροσωπεύοντας το 22% της παγκόσμιας αγοράς, ενώ στα δεξαμενόπλοια πετρελαίου αριθμεί 1.064 μονάδες, με μερίδιο που φτάνει το 26% διεθνώς. Παράλληλα, ιδιαίτερα ενισχυμένη εμφανίζεται η παρουσία στα πλοία μεταφοράς LNG, με 172 πλοία και παγκόσμιο μερίδιο 23%, καθώς και στα δεξαμενόπλοια χημικών προϊόντων, όπου ο ελληνικός στόλος αριθμεί 574 πλοία και καλύπτει το 16% της αγοράς. Το ναυτιλιακό αποτύπωμα συμπληρώνεται από 527 πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, 157 πλοία LPG, 261 πλοία γενικού φορτίου και 77 πλοία μεταφοράς οχημάτων.
Η συμβολή της ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία παραμένει καθοριστική, καθώς σύμφωνα με την έκθεση συνεισφέρει άμεσα και έμμεσα το 7%-8% του ΑΕΠ. Οι εισπράξεις από τις θαλάσσιες μεταφορές αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 57% των συνολικών εξαγωγών εμπορευμάτων της χώρας την τελευταία πενταετία, ενώ ο κλάδος στηρίζει από 160.000 έως 200.000 θέσεις εργασίας, που αντιστοιχούν περίπου στο 6% της ιδιωτικής απασχόλησης.
Στο πεδίο της ενεργειακής μετάβασης, η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών υποστηρίζει ότι η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας απαιτεί ρεαλιστικές λύσεις και διεθνή συντονισμό, επισημαίνοντας πως η επίτευξη μηδενικών εκπομπών εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα ασφαλών, οικονομικά βιώσιμων και παγκοσμίως προσβάσιμων καυσίμων χαμηλών εκπομπών. Παρά τις προκλήσεις, ο ελληνικός στόλος παραμένει στην πρωτοπορία, διαθέτοντας τον μεγαλύτερο αριθμό πλοίων διεθνώς με δυνατότητα χρήσης εναλλακτικών καυσίμων και τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας, ενώ περισσότερα από τα μισά ελληνικά πλοία φέρουν ήδη τουλάχιστον μία σχετική τεχνολογία.
Την ίδια στιγμή, η ΕΕΕ εκφράζει προβληματισμό για τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις, όπως το EU ETS και το FuelEU Maritime, εκτιμώντας ότι περιφερειακές παρεμβάσεις αυτού του τύπου ενδέχεται να επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα του κλάδου και να επιβαρύνουν τη συνολική προσπάθεια για μια ισορροπημένη ενεργειακή μετάβαση. Όπως τονίζει η Μελίνα Τραυλού, η ανταγωνιστικότητα και η βιωσιμότητα δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους, αλλά βασικές προϋποθέσεις για μια δίκαιη μετάβαση της παγκόσμιας ναυτιλίας στη νέα εποχή.




























