Ισχυρές πιέσεις δέχονται οι μετοχές της BP την Τρίτη, μετά την αιφνιδιαστική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου να απομακρύνει άμεσα από τη θέση του προέδρου τον Άλμπερτ Μάνιφορντ, επικαλούμενο «σοβαρές ανησυχίες» που σχετίζονται με ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης, εποπτείας και συμπεριφοράς.
Η βρετανική ενεργειακή εταιρεία ανακοίνωσε ότι το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα την απομάκρυνση του Μάνιφορντ με άμεση ισχύ, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με τη φύση των ζητημάτων που οδήγησαν στην απόφαση.
Η ανώτερη ανεξάρτητη διευθύντρια της BP, Αμάντα Μπλανκ, ανέφερε ότι ο Μάνιφορντ συνέβαλε στην επιτάχυνση του μετασχηματισμού της εταιρείας, ωστόσο το διοικητικό συμβούλιο «αιφνιδιάστηκε και απογοητεύτηκε» από ζητήματα εποπτείας και συμπεριφοράς τα οποία έκρινε μη αποδεκτά, επιλέγοντας να κινηθεί άμεσα.
Η αντίδραση της αγοράς ήταν έντονη, με τη μετοχή της BP στο χρηματιστήριο του Λονδίνου να υποχωρεί έως και 9% στις αρχικές συναλλαγές, πριν περιορίσει μέρος των απωλειών της. Λίγο αργότερα, η πτώση διαμορφωνόταν πάνω από το 6%.
Ο Μάνιφορντ, πρώην διευθύνων σύμβουλος του ιρλανδικού ομίλου δομικών υλικών CRH, είχε αναλάβει καθήκοντα προέδρου της BP μόλις τον Οκτώβριο. Ήδη, ωστόσο, είχε λάβει χαμηλότερη από τη συνήθη στήριξη από τους μετόχους κατά την ετήσια γενική συνέλευση του προηγούμενου μήνα, με το 81,8% να εγκρίνει την εκλογή του, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από τα επίπεδα σχεδόν καθολικής στήριξης που συνήθως εξασφαλίζουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο στρατηγικής αναπροσαρμογής για τη BP, η οποία επιστρέφει πιο δυναμικά στις βασικές δραστηριότητές της στους υδρογονάνθρακες, περιορίζοντας παράλληλα τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Παράλληλα, η εταιρεία ανακοίνωσε τον διορισμό του Ίαν Τάιλερ ως προσωρινού προέδρου με άμεση ισχύ, ενώ ξεκινά διαδικασία διαδοχής για την επιλογή μόνιμου επικεφαλής. Ο ίδιος δήλωσε ότι το διοικητικό συμβούλιο και η διοίκηση παραμένουν προσηλωμένοι στη στρατηγική κατεύθυνση που έχει χαραχθεί, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργικής απόδοσης, τη χρηματοοικονομική πειθαρχία και την ενίσχυση της αξίας για τους μετόχους.





























