Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο προειδοποιεί για σοβαρά κενά διαφάνειας και ιχνηλασιμότητας στο Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύψους 577 δισ. ευρώ, που δημιουργήθηκε για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας COVID-19. Σύμφωνα με νέα έκθεση του ΕΕΣ, οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς αποδέκτες των κονδυλίων, το πραγματικό κόστος των μέτρων και τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί παραμένουν ελλιπείς, προκαλώντας ανησυχία για τη λογοδοσία και την αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων.
Ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), που αποτελεί το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο της ΕΕ μετά την πανδημία, λειτουργεί με ένα μοντέλο χρηματοδότησης που δεν συνδέεται άμεσα με πραγματικές δαπάνες, αλλά με την επίτευξη προκαθορισμένων ορόσημων και στόχων. Πρόκειται για την πρώτη εφαρμογή αυτού του μοντέλου σε τόσο μεγάλη κλίμακα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η έκθεση δημοσιοποιείται σε μια κρίσιμη χρονική συγκυρία, καθώς οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διαπραγματεύονται ήδη τον νέο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ, ο οποίος αναμένεται να βασιστεί σε παρόμοια φιλοσοφία χρηματοδότησης. Το ΕΕΣ τονίζει ότι τα υφιστάμενα κενά θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ώστε να διασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια στο μέλλον.
Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι, αν και τα κράτη μέλη τηρούν σε γενικές γραμμές τις υποχρεώσεις παρακολούθησης των κονδυλίων, η συλλογή στοιχείων δεν γίνεται με ενιαίο και συστηματικό τρόπο. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι πληροφορίες παρέχονται μόνο κατόπιν αιτήματος, με καθυστερήσεις που φτάνουν ακόμη και αρκετούς μήνες, γεγονός που περιορίζει τη χρησιμότητά τους για σκοπούς ελέγχου και λογοδοσίας.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν συγκεντρώνει στοιχεία για τα πραγματικά ποσά που δαπανώνται ανά μέτρο, ακόμη και όταν αυτά τα δεδομένα είναι διαθέσιμα στα κράτη μέλη. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την έκθεση, δυσχεραίνει την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των χρηματοδοτήσεων και δημιουργεί κίνδυνο σημαντικών αποκλίσεων ανάμεσα στις επιχορηγήσεις που λαμβάνουν τα κράτη και στο πραγματικό κόστος των έργων.
Το ΕΕΣ σημειώνει ακόμη ότι σε αρκετές περιπτώσεις το πραγματικό κόστος των έργων ήταν χαμηλότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις, χωρίς όμως να αναπροσαρμόζονται αντίστοιχα οι χρηματοδοτήσεις. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, προειδοποιούν οι ελεγκτές, υπάρχει κίνδυνος τα κράτη μέλη να λαμβάνουν ποσά που υπερβαίνουν σημαντικά τις πραγματικές ανάγκες χρηματοδότησης.
Στο πεδίο της διαφάνειας, η έκθεση αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τις προβλεπόμενες πληροφορίες για την πρόοδο των ορόσημων και των στόχων. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία επικεντρώνονται κυρίως στις εκροές και όχι στα ουσιαστικά αποτελέσματα των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων.
Επιπλέον, οι λίστες με τους 100 μεγαλύτερους τελικούς αποδέκτες που δημοσιεύουν τα κράτη μέλη δεν αποτυπώνουν, σύμφωνα με το ΕΕΣ, την πραγματική εικόνα της κατανομής των πόρων. Πάνω από τους μισούς αποδέκτες είναι δημόσιοι φορείς, όπως υπουργεία και κρατικές υπηρεσίες, χωρίς να δημοσιοποιούνται οι περαιτέρω πληρωμές προς αναδόχους και ιδιωτικές επιχειρήσεις μέσω δημοσίων συμβάσεων. Οι ελεγκτές επισημαίνουν ότι καμία από τις δέκα χώρες που εξετάστηκαν δεν δημοσίευσε στοιχεία πέραν του ελάχιστου υποχρεωτικού αριθμού αποδεκτών, με αποτέλεσμα οι πληροφορίες για το ποιος επωφελείται τελικά από τα κονδύλια να παραμένουν αποσπασματικές.
Η Ivana Maletić, μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και υπεύθυνη για τον έλεγχο, υπογράμμισε ότι η απουσία πλήρους διαφάνειας υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Όπως δήλωσε, οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν πού κατευθύνονται τα χρήματα των φορολογουμένων, ποιοι τα λαμβάνουν και ποιο είναι το πραγματικό ύψος των δαπανών.






























