Η Ελλάδα εξασφάλισε δικαστική νίκη στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου σχετικά με το σχέδιό της για την επαναγορά τίτλων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ (GDP warrants), οι οποίοι είχαν εκδοθεί στους κατόχους ελληνικών ομολόγων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους το 2012, παρά τις αντιδράσεις ομάδας επενδυτών.
Η ελληνική πλευρά είχε ενημερώσει τους επενδυτές ότι προτίθεται να επαναγοράσει πρόωρα το σύνολο των εκκρεμών warrants που λήγουν το 2042, προσφέροντας τίμημα λίγο υψηλότερο από 25 σεντς ανά ευρώ.
Η χώρα μας κατέβαλλε περίπου 155 εκατ. ευρώ και εξαγόρασε τα warrants.
Την κίνηση αμφισβήτησε ομάδα επενδυτών που εκπροσωπήθηκε από τη διεθνή νομική εταιρεία White & Case, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν άσκησε ορθά το δικαίωμα επαναγοράς και ότι ο υπολογισμός της προσφερόμενης τιμής ήταν λανθασμένος.
Συνολικά ζητούσαν 55 εκατ. ευρώ περίπου περισσότερα.
Η Αθήνα προσέφυγε στο βρετανικό δικαστήριο ζητώντας να επιβεβαιωθεί ότι άσκησε νόμιμα το δικαίωμά της για την εξαγορά των τίτλων που συνδέονται με την πορεία του ελληνικού ΑΕΠ, καθώς και ότι ο τρόπος υπολογισμού της τιμής επαναγοράς ήταν έγκυρος και δεσμευτικός.
Ο δικαστής Ρόμπερτ Μπράιτ αποφάνθηκε υπέρ της Ελλάδας και έκρινε πως η Ελλάδα άσκησε ορθά το δικαίωμα επαναγοράς και ότι ο υπολογισμός της προσφερόμενης τιμής ήταν σωστός.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια σημαντική νίκη για την Ελλάδα, τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους και τον επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ Δημήτρη Τσάκωνα.
Η ανακοίνωση του ΥΠΟΙΚ
Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) ανακοίνωσε σήμερα ότι εξασφάλισε μια σημαντική νίκη στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας. Με απόφαση που εξέδωσε ο Αξιότιμος Δικαστής κ. Bright, το Δικαστήριο επικύρωσε την άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της Ελληνικής Δημοκρατίας να επαναγοράσει τους τίτλους συνδεδεμένους με το ΑΕΠ και επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα καθόρισε ορθά την τιμή επαναγοράς, σύμφωνα με τον συμβατικό μηχανισμό τιμολόγησης.
Έπειτα από διήμερη ακροαματική διαδικασία στις 21 και 22 Απριλίου 2026, το Δικαστήριο εξέδωσε αναγνωριστική απόφαση επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα άσκησε εγκύρως το δικαίωμα αγοράς βάσει του όρου 6.1 των όρων και προϋποθέσεων των τίτλων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ. Το Δικαστήριο παρέθεσε περαιτέρω δήλωση ότι η τιμή εξαγοράς ύψους 252,28 ευρώ ανά 1.000 τίτλους υπολογίστηκε και καθορίστηκε ορθά με αναφορά στις τιμές αγοράς και πώλησης που παρείχε η Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων (ΗΔΑΤ) της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τις σχετικές 30 ημέρες διαπραγμάτευσης, όπως απαιτείται από τους όρους και τις προϋποθέσεις των τίτλων.
Η υπόθεση αφορούσε τίτλους συνδεδεμένους με το ΑΕΠ που εκδόθηκαν από την Ελλάδα το 2012 στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της, με συνολικό ονομαστικό ποσό που υπερβαίνει τα 62 δισ. ευρώ, καθιστώντας τους τη μεγαλύτερη σειρά τίτλων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ που έχει ποτέ εκδώσει κυρίαρχο κράτος. Η διαφορά προέκυψε αφού ορισμένοι επενδυτές αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της ειδοποίησης επαναγοράς εκ μέρους του ελληνικού κράτους και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της τιμής εξαγοράς. Η Ελλάδα ζήτησε αναγνωριστική απόφαση από τα αγγλικά δικαστήρια προκειμένου να επιλυθούν οριστικά τα ζητήματα αυτά.
Σε μια αναλυτική απόφαση, το Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα ότι η τιμολόγηση θα έπρεπε να είχε προκύψει από εναλλακτικές πηγές της αγοράς και επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα εφάρμοσε ορθά το συμβατικό πλαίσιο κατά τον καθορισμό της τιμής.
Η υπόθεση αυτή ξεχωρίζει για την καινοτόμο χρήση της αναγνωριστικής απόφασης ώστε να εκδοθεί μία ενιαία απόφαση σχετικά με την εφαρμογή ενός σύνθετου χρηματοοικονομικού εργαλείου, αποφεύγοντας κατακερματισμένες δικαστικές διαδικασίες και αντιφατικές αποφάσεις και παρέχοντας βεβαιότητα σε εκδότες και λοιπά επηρεαζόμενα μέρη. Το Δικαστήριο ενέκρινε τη χρήση της αναγνωριστικής απόφασης στις συγκεκριμένες περιστάσεις ως τον «πλέον αποτελεσματικό» τρόπο επίλυσης της διαφοράς.
«Χαιρετίζουμε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας και τη σαφήνεια που παρέχει στους κατόχους των τίτλων και στην ευρύτερη αγορά. Η απόφαση επιβεβαιώνει τη δέσμευση της Ελλάδας να ενεργεί καλόπιστα και σύμφωνα με το εφαρμοστέο συμβατικό πλαίσιο», δήλωσε ο Δημήτρης Τσάκωνας, Γενικός Διευθυντής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Η Ελληνική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τη δικηγορική εταιρεία Cleary Gottlieb Steen & Hamilton LLP μέσω ομάδας υπό τους εταίρους Jim Ho και Naomi Tarawali, με βασικούς συνεργάτες τους Emma Williams και Georgina Evison και τους barristers Alain Choo Choy KC και Sam O’Leary του One Essex Court.






























