Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων που θα ενεργοποιηθεί τον Ιούνιο είναι πολύ πιθανό να αποδειχθεί περιορισμένης αποτελεσματικότητας και να «πέσει στο κενό», επαναλαμβάνοντας το μοτίβο προηγούμενων ρυθμίσεων.
Πρώτος και βασικός λόγος είναι η δημιουργία διπλών – ή και τριπλών – υποχρεώσεων για τους οφειλέτες. Η ρύθμιση καλύπτει μόνο χρέη έως το τέλος του 2023, ενώ τα νεότερα χρέη από το 2024 και μετά πρέπει υποχρεωτικά να ενταχθούν στην πάγια ρύθμιση των 24 ή 48 δόσεων. Αυτό σημαίνει ότι ένας φορολογούμενος καλείται να πληρώνει ταυτόχρονα δόση για τα παλιά χρέη, δόση για τα νέα, αλλά και τις τρέχουσες φορολογικές του υποχρεώσεις. Το συνολικό μηνιαίο βάρος γίνεται συχνά μη βιώσιμο.
Δεύτερος λόγος είναι η απουσία «κουρέματος» βασικής οφειλής. Σε αντίθεση με άλλους μηχανισμούς, η ρύθμιση των 72 δόσεων δεν μειώνει το κεφάλαιο του χρέους. Οι οφειλέτες καλούνται να πληρώσουν ολόκληρο το ποσό, συν τόκους και προσαυξήσεις. Για όσους έχουν ήδη υψηλά χρέη, αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά και μειώνει τις πιθανότητες μακροχρόνιας συνέπειας.
Τρίτος λόγος είναι ότι οι προσαυξήσεις συνεχίζουν να «τρέχουν». Ακόμη και εντός ρύθμισης, το χρέος επιβαρύνεται, κάτι που αυξάνει το τελικό ποσό αποπληρωμής και ενισχύει το αίσθημα ότι η ρύθμιση δεν προσφέρει ουσιαστική ελάφρυνση αλλά απλώς χρονική μετάθεση του προβλήματος.
Τέταρτος λόγος αφορά τη δομή της ίδιας της ρύθμισης, η οποία είναι οριζόντια και δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική οικονομική δυνατότητα κάθε οφειλέτη. Ένας μικροοφειλέτης και ένας επιβαρυμένος επαγγελματίας αντιμετωπίζονται με τους ίδιους όρους, χωρίς προσαρμογή στις αντοχές τους. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο αθέτησης.
Πέμπτος λόγος είναι η αυστηρότητα των όρων απώλειας της ρύθμισης. Αρκεί η καθυστέρηση πληρωμής πέραν συγκεκριμένων ορίων ή η μη συμμόρφωση με φορολογικές υποχρεώσεις για να χαθεί η ρύθμιση και το σύνολο του χρέους να καταστεί άμεσα απαιτητό. Σε ένα περιβάλλον οικονομικής αστάθειας, αυτό λειτουργεί ως «παγίδα» για πολλούς.
Έκτος λόγος είναι η ιστορική εμπειρία. Τα δεδομένα δείχνουν ότι μεγάλο ποσοστό οφειλετών εγκαταλείπει τις ρυθμίσεις πριν τις ολοκληρώσει. Οι ίδιοι φορολογούμενοι μετακινούνται από τη μία ρύθμιση στην άλλη, χωρίς να επιτυγχάνεται ουσιαστική απομείωση του ιδιωτικού χρέους.
Έβδομος λόγος είναι ότι δεν αντιμετωπίζεται η γενεσιουργός αιτία του προβλήματος, δηλαδή η αδυναμία πληρωμής σε πραγματικό χρόνο. Όταν οι τρέχουσες υποχρεώσεις συνεχίζουν να δημιουργούν νέα χρέη, οποιαδήποτε ρύθμιση παλαιών οφειλών λειτουργεί προσωρινά και όχι δομικά.
Ένας ελεύθερος επαγγελματίας με παλαιό χρέος 20.000 ευρώ εντάσσεται στη ρύθμιση των 72 δόσεων και πληρώνει περίπου 280 ευρώ τον μήνα. Το 2024 όμως δημιουργεί νέο χρέος 8.000 ευρώ, το οποίο ρυθμίζει σε 48 δόσεις με περίπου 170 ευρώ μηνιαίως. Μαζί με τις τρέχουσες φορολογικές του υποχρεώσεις, η συνολική επιβάρυνση ξεπερνά τα 700 ευρώ τον μήνα, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί και τελικά να χάσει τη ρύθμιση.
Μια μικρή επιχείρηση με συσσωρευμένα χρέη 50.000 ευρώ εντάσσεται στη ρύθμιση, χωρίς όμως να έχει επαρκή ρευστότητα. Οι προσαυξήσεις συνεχίζουν να αυξάνουν το ποσό, ενώ οι τρέχουσες υποχρεώσεις παραμένουν υψηλές. Μέσα σε λίγους μήνες καθυστερεί δύο δόσεις και χάνει τη ρύθμιση, επιστρέφοντας στο αρχικό πρόβλημα με ακόμη μεγαλύτερο χρέος.
Ένας μισθωτός με μικρότερο χρέος 6.000 ευρώ εντάσσεται στη ρύθμιση, αλλά παράλληλα έχει αυξημένο κόστος ζωής. Μια έκτακτη δαπάνη (π.χ. υγείας ή ενοικίου) τον αναγκάζει να καθυστερήσει μια πληρωμή. Η επιβάρυνση με προσαύξηση και ο κίνδυνος απώλειας της ρύθμισης τον οδηγούν τελικά σε διακοπή της ρύθμισης.


































