Στην αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις ενεργειακές πιέσεις αναφέρθηκε ο Γιάννης Στουρνάρας, κατά τη διάρκεια συζήτησης στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Οι διεθνείς αγορές εμφανίζονται «ανθεκτικές και αισιόδοξες», υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας. «Ανήκω στους αισιόδοξους ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα», δήλωσε και σημείωσε: «Δεν ήταν πόλεμος ανάγκης, αλλά απόφασης».
Παρόλα αυτά, ο Γιάννης Στουρνάρας προειδοποίησε ότι η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή και υπογράμμισε πως η νομισματική πολιτική θα προσαρμοστεί αναλόγως των εξελίξεων. «Αν χρειαστεί, θα κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο», είπε και τόνισε ότι πλέον οι κεντρικές τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη εμπειρία σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις. Για την αγορά ενέργειας και το ενδεχόμενο κλιμάκωσης της έντασης στα Στενά του Ορμούζ, ανέφερε ότι μια συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχεία βελτίωση της κατάστασης, ενώ υπενθύμισε ότι η Ευρώπη έχει ήδη αποκτήσει σημαντική εμπειρία.
Ο διοικητής της ΤτΕ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την οποία χαρακτήρισε «το μεγαλύτερο επίτευγμα» της ευρωπαϊκής οικονομικής αρχιτεκτονικής. «Κανείς στην Ευρώπη δεν θα μπορούσε ή θα τολμούσε να μειώσει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ», είπε χαρακτηριστικά. Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών δεν είναι η μεγιστοποίηση των κερδών, αλλά η διασφάλιση της σταθερότητας προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, πρόσθεσε.
Η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο «χωρίς να υπάρξει ο κίνδυνος ύφεσης» παραμένει η βασική πρόκληση για τη νομισματική πολιτική, δήλωσε ακόμα και σημείωσε πως οι αποφάσεις απαιτούν λεπτές ισορροπίες, ιδίως σε περιβάλλον εξωγενών σοκ.
Εξάλλου, υπογράμμισε την ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης της ενοποίησης. «Χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη, όχι λιγότερη», δήλωσε, τονίζοντας την ανάγκη για ένωση κεφαλαιαγορών και στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών.
Για την Ελλάδα, ανέφερε ότι η οικονομία έχει διανύσει σημαντική απόσταση από την περίοδο της κρίσης. «Μην ξεχνάμε πού ήταν η Ελλάδα πριν από 15 χρόνια», δήλωσε, επισημαίνοντας τη βελτίωση των επενδύσεων και της συνολικής εικόνας της οικονομίας.




























