Η υψηλή φορολογία, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και η έλλειψη προσωπικού αποτελούν τις τρεις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρές τουριστικές επιχειρήσεις στον κλάδο των ενοικιαζόμενων δωματίων, ενώ για τις επιχειρήσεις της ηπειρωτικής χώρας προστίθενται η χαμηλή ζήτηση και ο ανταγωνισμός από τις online πλατφόρμες.
Τα παραπάνω προκύπτουν από την τελευταία «Έρευνα Επιχειρηματικού Κλίματος στα Τουριστικά Καταλύματα (Μέλη Σ.Ε.Τ.Κ.Ε.)» που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) με τη συμμετοχή 702 επιχειρήσεων ενοικιαζόμενων δωματίων από όλη τη χώρα τον Νοέμβριο του 2025, αποτυπώνοντας την τρέχουσα κατάσταση και τις προκλήσεις του κλάδου.
Η έρευνα δείχνει ότι πρόκειται κυρίως για πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθώς σχεδόν δύο στις τρεις επιχειρήσεις (64%) απασχολούν μόλις 1 έως 2 εργαζόμενους, το 31% απασχολεί 3 έως 5 εργαζόμενους, ενώ μόλις το 4% απασχολεί περισσότερους από 6 εργαζόμενους.
Σε ό,τι αφορά τα βασικά προβλήματα, η υψηλή φορολογία αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο εμπόδιο σε εθνικό επίπεδο, καθώς το 75% των επιχειρήσεων τη θεωρεί βασική πρόκληση, με τα υψηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στο Βόρειο Αιγαίο, τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη, την Πελοπόννησο, την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και τα Ιόνια Νησιά.
Δεύτερο σημαντικό εμπόδιο αποτελεί το αυξημένο λειτουργικό κόστος, το οποίο αναφέρεται από το 72% των επιχειρήσεων, με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά σε Θεσσαλία και Κυκλάδες, αλλά και σε Κρήτη, Δωδεκάνησα, Πελοπόννησο και Ιόνια Νησιά. Η έλλειψη προσωπικού καταγράφεται επίσης ως σοβαρό πρόβλημα σε ποσοστό 52%, με τη μεγαλύτερη ένταση να εμφανίζεται στην Κεντρική Μακεδονία και υψηλά ποσοστά στις Κυκλάδες, τη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο και τα Δωδεκάνησα.
Αν και η χαμηλή ζήτηση εμφανίζεται συνολικά σε χαμηλότερο επίπεδο, αποτελεί έντονο πρόβλημα σε ορισμένες περιοχές, όπως η Δυτική και η Στερεά Ελλάδα, ενώ ο ανταγωνισμός από τις online πλατφόρμες, αν και σε εθνικό επίπεδο θεωρείται δευτερεύον ζήτημα, εμφανίζεται πιο έντονος στην Ήπειρο, την Κεντρική Μακεδονία και τη Δυτική Ελλάδα. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον λειτουργίας για τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου, το οποίο ενδέχεται να επιδεινωθεί λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων και της διεθνούς οικονομικής αβεβαιότητας.
Τα ευρήματα της έρευνας συνάδουν με πρόσφατες μελέτες του ΙΝΣΕΤΕ σχετικά με τη φορολογική ανταγωνιστικότητα, σύμφωνα με τις οποίες τα τουριστικά καταλύματα στην Ελλάδα επιβαρύνονται φορολογικά περισσότερο σε σύγκριση με ανταγωνιστικές χώρες, γεγονός που επηρεάζει ιδιαίτερα τη βιωσιμότητα των μικρότερων επιχειρήσεων αλλά και τη συνολική ανταγωνιστικότητα του κλάδου.
Παράλληλα, η έρευνα δείχνει ότι τα ενοικιαζόμενα δωμάτια έχουν σαφή εξωστρεφή προσανατολισμό, καθώς το 65% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι εξυπηρετεί κυρίως πελάτες από το εξωτερικό, το 8% επικεντρώνεται στην ελληνική αγορά, ενώ το 27% απευθύνεται εξίσου σε Έλληνες και ξένους επισκέπτες. Οι βασικές αγορές προέλευσης πελατών είναι η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία, ενώ σημαντική είναι και η παρουσία επισκεπτών από τη Ρουμανία, τη Γαλλία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία. Ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία των αγορών των Βαλκανίων σε ορισμένες περιφέρειες, γεγονός που υποδηλώνει ότι μια στοχευμένη στρατηγική προς αυτές τις αγορές θα μπορούσε να ενισχύσει τη ζήτηση σε λιγότερο τουριστικές περιοχές.
Σε ό,τι αφορά τις τιμές, η μέση τελική τιμή ανά διανυκτέρευση το 2025 διαμορφώθηκε στα 126 ευρώ για την υψηλή περίοδο και στα 78 ευρώ για τη χαμηλή περίοδο, επιβεβαιώνοντας την έντονη εποχικότητα του κλάδου. Οι υψηλότερες τιμές καταγράφηκαν στα Ιόνια Νησιά, την Αττική και την Κρήτη, ενώ οι χαμηλότερες τιμές εμφανίστηκαν σε περιοχές όπως η Θεσσαλία, η Στερεά Ελλάδα και η Κεντρική Μακεδονία. Οι περιφέρειες με ισχυρότερη τουριστική δυναμική διατήρησαν υψηλότερες τιμές και πιο σταθερές προοπτικές, ενώ περιοχές που βασίζονται περισσότερο στον εγχώριο τουρισμό εμφανίζουν μεγαλύτερη ανησυχία για τη μελλοντική τους κερδοφορία.
Με αφορμή τη δημοσίευση της έρευνας, οι εκπρόσωποι του κλάδου τόνισαν ότι οι μικρές τουριστικές επιχειρήσεις αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής φιλοξενίας, ωστόσο λειτουργούν υπό συνθήκες αυξημένης πίεσης. Όπως επισημαίνουν, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση, το αυξημένο κόστος λειτουργίας και η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού δημιουργούν ένα δύσκολο περιβάλλον για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη στοχευμένων μέτρων στήριξης για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη διασφάλιση της ποιοτικής τουριστικής εμπειρίας στη χώρα.































