Παρατείνεται έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2027 η αναστολή αύξησης των επιτοκίων στις ρυθμίσεις οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία σύμφωνα με το άρθρο 109 του νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών που κατατέθηκε.
Με τη νέα διάταξη, «παγώνει» μέχρι 12 Σεπτεμβρίου 2027 το επιτόκιο που επιβαρύνει τις ρυθμισμένες οφειλές προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, διατηρώντας σε ισχύ το επίπεδο που ίσχυε στις 13 Σεπτεμβρίου 2022. Αυτό σημαίνει ότι οι οφειλέτες δεν θα δουν αυξήσεις στις προσαυξήσεις των ρυθμίσεών τους, παρά τη γενικότερη άνοδο των επιτοκίων στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Η ρύθμιση αφορά οφειλές που έχουν ενταχθεί στις πάγιες ρυθμίσεις των 12 ή 24 δόσεων, καθώς και σε άλλες ρυθμίσεις που προβλέπονται από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Στην πράξη, προστατεύονται τόσο ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι όσο και επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί σε σχήματα ρύθμισης χρεών προς τα ταμεία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το επιτόκιο παραμένει σταθερό και δεν συνδέεται άμεσα με τις μεταβολές των επιτοκίων της αγοράς. Η μόνη περίπτωση αναπροσαρμογής του είναι εφόσον υπάρξει σωρευτική μεταβολή κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες στο επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με τα επίπεδα που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 2014. Πρόκειται για ένα σενάριο εξαιρετικά δύσκολο, που ουσιαστικά καθιστά το επιτόκιο «κλειδωμένο» για το σύνολο της περιόδου.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο της διάταξης είναι ότι προβλέπεται η δυνατότητα επιστροφής ή συμψηφισμού ποσών για όσους έχουν ήδη καταβάλει υψηλότερους τόκους πριν από την εφαρμογή της ρύθμισης. Με άλλα λόγια, αν κάποιος πλήρωσε επιτόκιο μεγαλύτερο από αυτό που πλέον θεωρείται νόμιμο, μπορεί να διεκδικήσει τη διαφορά.
Η παρέμβαση αυτή έχει διπλό στόχο: αφενός να διευκολύνει τη βιωσιμότητα των ρυθμίσεων και να αποτρέψει νέα «κόκκινα» χρέη, αφετέρου να στηρίξει τη ρευστότητα επαγγελματιών και επιχειρήσεων που εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο λειτουργικό κόστος και το ακριβό χρήμα.
Στην πράξη, το «πάγωμα» των επιτοκίων λειτουργεί ως έμμεση μείωση της επιβάρυνσης για τους οφειλέτες, καθώς περιορίζει τη διόγκωση των χρεών τους με την πάροδο του χρόνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων, ακόμη και μικρές διαφοροποιήσεις στο κόστος χρήματος μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές επιβαρύνσεις για όσους βρίσκονται σε πολυετείς ρυθμίσεις.
Η παράταση έως το 2027 δίνει επίσης ένα σαφές σήμα σταθερότητας, επιτρέποντας στους οφειλέτες να σχεδιάσουν καλύτερα τις πληρωμές τους, χωρίς τον φόβο αιφνίδιων αυξήσεων. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους, που αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της οικονομίας και ταυτόχρονα το μεγαλύτερο μέρος των οφειλετών προς τα ταμεία.
Αναλυτικότερα ορίζεται:
«Ως επιτόκιο επί της κύριας οφειλής, με το οποίο επιβαρύνονται οφειλές προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις των υποπαρ. ΙΑ.1 και ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107) από 13.9.2022 έως 12.9.2027, ορίζεται αυτό που ίσχυσε κατά την 13.9.2022 και προσδιορίσθηκε σύμφωνα με την περ. 8 της υποπαρ. ΙΑ.1 και την περ. 11 της υποπαρ. ΙΑ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013.
Το επιτόκιο αυτό μεταβάλλεται και προσδιορίζεται εκ νέου, μόνο εάν μεταβληθεί το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σωρευτικά κατά πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με αυτό που ίσχυε κατά την 1η.1.2014. Χρηματικά ποσά, τα οποία έχουν καταβληθεί με επιτόκιο που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αναζητούνται, στον βαθμό που υπερβαίνουν τα οφειλόμενα με βάση το επιτόκιο του πρώτου εδαφίου.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αναπροσαρμόζεται το ανωτέρω επιτόκιο, και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.».






























