Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την υπ’ αριθμ. ΣτΕ Στ’ 2482/2025 απόφασή του, έθεσε σαφή όρια στην προσωπική ευθύνη φυσικών προσώπων για φορολογικές οφειλές ανωνύμων εταιρειών από μη απόδοση ΦΠΑ και φόρου κύκλου εργασιών, κρίνοντας ότι η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη καταλαμβάνει αποκλειστικά τα πρόσωπα που ορίζονται ρητώς από τον νόμο. Ειδικότερα, υπόχρεοι θεωρούνται μόνο οι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι, οι εκκαθαριστές και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιρειών, με το Ανώτατο Δικαστήριο να υπογραμμίζει ότι οι σχετικές διατάξεις έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν επιδέχονται διασταλτική ερμηνεία.
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι η ανάθεση ειδικών καθηκόντων εκπροσώπησης ενώπιον των φορολογικών αρχών, μέσω καταστατικού ή εταιρικής απόφασης, σε πρόσωπο που δεν φέρει μία από τις ανωτέρω ιδιότητες, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση αλληλέγγυας ευθύνης. Με βάση την κρίση αυτή, το Δικαστήριο απάλλαξε από προσωπική ευθύνη τον αναιρεσίβλητο της υπόθεσης, ο οποίος είχε μόνο την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, χωρίς να αποδειχθεί ότι κατείχε παράλληλα θέση διευθύνοντος συμβούλου, διαχειριστή, εκκαθαριστή ή νομίμου εκπροσώπου, παρά το γεγονός ότι του είχαν ανατεθεί αρμοδιότητες εκπροσώπησης έναντι των φορολογικών αρχών.
Ωστόσο, η νομολογία του ΣτΕ και η σχετική νομική πρακτική καθιστούν σαφές ότι η χρήση παρένθετων προσώπων δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο αποφυγής ευθυνών από τον πραγματικό ελεγκτή μιας εταιρείας. Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν την ουσιαστική και όχι μόνο την τυπική εταιρική εικόνα, διερευνώντας ποιος ασκεί στην πράξη τον πραγματικό έλεγχο της επιχείρησης και ποιος αποκομίζει το ουσιαστικό όφελος από τη λειτουργία της. Εφόσον διαπιστωθεί ότι πίσω από εμφανιζόμενους μετόχους ή διοικούντες βρίσκεται άλλο φυσικό πρόσωπο που κατευθύνει ουσιαστικά την εταιρική δραστηριότητα, το πρόσωπο αυτό μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πραγματικός δικαιούχος ανεξαρτήτως της τυπικής εταιρικής δομής.
Η απόκρυψη πραγματικού δικαιούχου μέσω παρένθετων προσώπων ενδέχεται να επιφέρει σημαντικές διοικητικές και φορολογικές συνέπειες, όπως επιβολή προστίμων, αμφισβήτηση των καταχωρίσεων στο Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, διενέργεια εκτεταμένων φορολογικών και διοικητικών ελέγχων, καθώς και ενεργοποίηση περαιτέρω κυρώσεων όταν προκύπτουν ενδείξεις φοροδιαφυγής, απόκρυψης περιουσίας, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή εξαπάτησης πιστωτών.































