Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε στην έγκριση πωλήσεων οπλικών συστημάτων ύψους περίπου 23 δισ. δολαρίων προς χώρες του Κόλπου, επικαλούμενη σε ορισμένες περιπτώσεις κατεπείγουσες διαδικασίες, εν μέσω κλιμάκωσης της σύγκρουσης με το Ιράν, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Οι συμφωνίες αφορούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ και την Ιορδανία, με το μεγαλύτερο μέρος —άνω των 16 δισ. δολαρίων— να αφορά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, πυρομαχικά και εξοπλισμό ραντάρ.
Επιπλέον, εγκρίθηκε ξεχωριστό πακέτο όπλων αξίας περίπου 7 δισ. δολαρίων για τα ΗΑΕ, μέρος του οποίου φέρεται να πέρασε μέσω διαδικασιών που δεν απαιτούν δημόσια γνωστοποίηση, όπως προβλέπουν οι κανονισμοί εξαγωγών όπλων των ΗΠΑ.
Η κίνηση της Ουάσιγκτον έρχεται σε μια περίοδο έντασης στη Μέση Ανατολή, καθώς το Ιράν φέρεται να έχει επεκτείνει τις επιθέσεις του σε ενεργειακές υποδομές της περιοχής, ως απάντηση σε ισραηλινά πλήγματα σε εγκαταστάσεις φυσικού αερίου. Το νέο πακέτο εξοπλισμών αποσκοπεί, σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας των χωρών-αποδεκτών απέναντι σε τρέχουσες και μελλοντικές απειλές, αλλά και στη βελτίωση της διαλειτουργικότητας με τις αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ επέκτεινε υφιστάμενες συμφωνίες, συμπεριλαμβάνοντας την πώληση πυραύλων Patriot PAC-3 αξίας περίπου 5,6 δισ. δολαρίων, ελικοπτέρων CH-47 Chinook ύψους 1,32 δισ. δολαρίων, καθώς και μη επανδρωμένων αεροσκαφών Predator XP και προγραμμάτων υποστήριξης για ελαφρά αεροσκάφη.
Σημείο αιχμής αποτελεί η επίκληση από την αμερικανική κυβέρνηση της ρήτρας έκτακτης ανάγκης στη νομοθεσία περί εξαγωγών όπλων, η οποία επιτρέπει την παράκαμψη της συνήθους περιόδου ελέγχου 30 ημερών από το Κογκρέσο. Η χρήση της συγκεκριμένης διάταξης υπογραμμίζει την επείγουσα φύση που αποδίδει η Ουάσιγκτον στις εξελίξεις στην περιοχή, αλλά αναμένεται να προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο αστάθειας, με τη σύγκρουση να μην δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης και τις διεθνείς αγορές να παρακολουθούν στενά τις επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια και τις τιμές των πρώτων υλών.




























