Μήνυμα ετοιμότητας για άμεση παρέμβαση, εφόσον οι πιέσεις στην ενέργεια αποκτήσουν διάρκεια και ένταση, έστειλε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει το αναγκαίο «οπλοστάσιο» για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης κλιμάκωσης, χωρίς όμως –όπως υπογράμμισε– να βρισκόμαστε ακόμη σε αυτό το σημείο.
Μιλώντας στον δημοσιογράφο Νίκο Φιλιππίδη, στο πλαίσιο του συνεδρίου «Invest in Greece Summit 2026» του Money Review της «Καθημερινής», ο κ. Πιερρακάκης περιέγραψε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας στις Βρυξέλλες, με διαρκείς αναταράξεις και έντονη κινητικότητα στις αγορές, ιδίως στον τομέα της ενέργειας. Όπως ανέφερε, σχεδόν κάθε συνεδρίαση του Eurogroup συνοδεύεται από κάποια μορφή κρίσης, με τη σημερινή συγκυρία να χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη κλίμακα και πυκνότητα γεγονότων.
Αναφερόμενος στο κλίμα που επικρατεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σημείωσε ότι η ταχύτητα των εξελίξεων επιβάλλει προσεκτικές και καλά χρονισμένες αποφάσεις. Επισήμανε, μάλιστα, ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια των τελευταίων συζητήσεων για την ενέργεια, οι τιμές του πετρελαίου μεταβάλλονταν αισθητά μέσα στην ίδια ημέρα, γεγονός που –όπως είπε– αποτυπώνει τη μεγάλη αστάθεια και επιβάλλει ψυχραιμία στις πολιτικές επιλογές.
Ο πρόεδρος του Eurogroup γνωστοποίησε ότι απέστειλε ήδη επιστολή προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, στην οποία περιγράφονται οι βασικές προτεραιότητες της ευρωπαϊκής οικονομικής ατζέντας. Στο επίκεντρο βρίσκονται η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η προώθηση των πολιτικών που απορρέουν από την Έκθεση Ντράγκι, καθώς και η ψηφιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσω του ψηφιακού ευρώ. Όπως υπογράμμισε, ζητούμενο είναι όλα αυτά να αποκτήσουν συγκεκριμένα και δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα, ώστε να μη μείνουν στο επίπεδο των διακηρύξεων.
Ο κ. Πιερρακάκης συνέδεσε ευθέως την ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα με την ανάγκη επιτάχυνσης της ανάπτυξης, τονίζοντας ότι η «θωράκιση» της οικονομίας αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι επαρκή, συνθήκη. Όπως είπε, η Ευρώπη οφείλει να οικοδομήσει όχι μόνο μηχανισμούς αντοχής απέναντι στις κρίσεις, αλλά και μια πιο φιλόδοξη αναπτυξιακή στρατηγική. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε κρίσιμη την άρση των εμποδίων που εξακολουθούν να κατακερματίζουν τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές και να δυσκολεύουν τη μετατροπή των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συζήτηση για την εμβάθυνση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών έχει καθυστερήσει υπερβολικά, ωστόσο οι πρόσφατες γεωπολιτικές ανατροπές έχουν ενισχύσει την αίσθηση του επείγοντος. Όπως σημείωσε, η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με 27 διαφορετικά ρυθμιστικά πλαίσια για κρίσιμες πτυχές της οικονομίας, όταν ο διεθνής ανταγωνισμός απαιτεί ταχύτητα, μέγεθος και καλύτερο συντονισμό.
Ειδική αναφορά έκανε και στο τραπεζικό σύστημα, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερες και ισχυρότερες τράπεζες, ικανές να επενδύσουν στην τεχνολογία και στην τεχνητή νοημοσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο, τάχθηκε υπέρ περισσότερων διασυνοριακών συγχωνεύσεων και εξαγορών, με απλούστερους κανόνες που θα διευκολύνουν την ολοκλήρωση της τραπεζικής και χρηματοπιστωτικής ένωσης. Όπως είπε, η Ελλάδα έχει ήδη δείξει τη σχετική της διάθεση, φέρνοντας ως παράδειγμα τη συνεργασία της UniCredit με την Alpha Bank.
Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την ενεργειακή αβεβαιότητα, ο υπουργός απέφυγε να προαναγγείλει συγκεκριμένα νέα μέτρα, υπογραμμίζοντας ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν ανάλογα με την εξέλιξη των δεδομένων. Η διάρκεια και η ένταση της κρίσης, εξήγησε, θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες για την ενεργοποίηση πρόσθετων παρεμβάσεων. Ανέφερε, ωστόσο, ότι το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε, παραμένει διαθέσιμο και μπορεί να αξιοποιηθεί εφόσον χρειαστεί.
«Κανένας πολίτης, κανένα νοικοκυριό, καμία επιχείρηση δεν θα είναι μόνη της», τόνισε χαρακτηριστικά, στέλνοντας σαφές μήνυμα στήριξης προς την κοινωνία και την αγορά. Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να κινηθεί προληπτικά χωρίς να έχει διαμορφωθεί σαφής εικόνα για την πορεία των τιμών και τη διάρκεια των πιέσεων.
Αναφερόμενος στη δημοσιονομική διάσταση, ο κ. Πιερρακάκης σημείωσε ότι το σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο διαφέρει από εκείνο του 2022, όταν ίσχυε η γενική ρήτρα διαφυγής. Όπως εξήγησε, πλέον οι όποιες παρεμβάσεις θα πρέπει να εντάσσονται στον νέο ευρωπαϊκό κανόνα δαπανών, με κάθε χώρα να κινείται εντός συγκεκριμένου δημοσιονομικού χώρου, λαμβάνοντας υπόψη και τις δικές της πρόσθετες πολιτικές επιλογές.
Κλείνοντας, ο πρόεδρος του Eurogroup παραδέχθηκε ότι το μεγαλύτερο στοιχείο ανησυχίας στην παρούσα συγκυρία είναι το απρόβλεπτο. Όπως είπε, τα γνωστά προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν ευκολότερα, ενώ μεγαλύτερο κίνδυνο συνιστούν εκείνα που δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί ή δεν έχουν αποτιμηθεί πλήρως. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι τα τελευταία χρόνια έχουν διδάξει τόσο την Ευρώπη όσο και την ελληνική κυβέρνηση να αναπτύσσουν πιο γρήγορα αντανακλαστικά, επαναλαμβάνοντας ότι η σταθερότητα και η έγκαιρη αντίδραση αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της κυβερνητικής πολιτικής.





























