Σε αναμόρφωση του καθεστώτος της προκαταβολής φόρου για τις επιχειρήσεις προσανατολίζεται η κυβέρνηση, με τη σχετική παρέμβαση να αποτελεί βασική στόχευση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη. Το ζήτημα επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς η υψηλή προκαταβολή φόρου προκαλεί έντονη ταμειακή πίεση, κυρίως στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Σήμερα, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να καταβάλουν προκαταβολή φόρου που φτάνει έως το 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη του προηγούμενου έτους, ποσό το οποίο πληρώνεται ταυτόχρονα με τον κύριο φόρο.
Αν και η προκαταβολή φόρου δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, ο τρόπος εφαρμογής της στη χώρα μας διαφοροποιείται σημαντικά από όσα ισχύουν στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο υπολογισμός της βασίζεται αποκλειστικά στα οικονομικά αποτελέσματα της προηγούμενης χρήσης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τρέχουσα κατάσταση της επιχείρησης. Στην πράξη, μια επιχείρηση που εμφάνισε υψηλά κέρδη σε μια καλή χρονιά καλείται να προπληρώσει φόρο για την επόμενη, ακόμη και αν αυτή αποδειχθεί ζημιογόνα ή χαρακτηρίζεται από σημαντική πτώση εσόδων.
Το αποτέλεσμα είναι η προκαταβολή φόρου να λειτουργεί ως μηχανισμός έντονης πίεσης στη ρευστότητα, περιορίζοντας τον επιχειρηματικό προγραμματισμό και επηρεάζοντας αρνητικά την επενδυτική δραστηριότητα. Παράλληλα, αυξάνει έμμεσα το πραγματικό φορολογικό βάρος, καθώς ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής του 22% μπορεί στην πράξη να διαμορφώνεται σε υψηλότερα επίπεδα, ανάλογα με τις μεταβολές των κερδών.
Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, οι προκαταβολές καταβάλλονται σε δόσεις και μπορούν να αναπροσαρμοστούν όταν μεταβάλλονται τα οικονομικά δεδομένα, ενώ σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία τόσο στον τρόπο υπολογισμού όσο και στον χρόνο πληρωμής. Αντίθετα, στην Ελλάδα η προκαταβολή λειτουργεί ουσιαστικά ως βαριά προπληρωμή φόρου, ενισχύοντας την αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, στο οικονομικό επιτελείο και υπό τον σχεδιασμό του Κυριάκου Πιερρακάκη εξετάζεται η μείωση του ποσοστού της προκαταβολής, τουλάχιστον για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η προκαταβολή αποφέρει σήμερα περίπου 3,6 δισ. ευρώ ετησίως στον κρατικό προϋπολογισμό, ωστόσο μια μείωσή της θα δημιουργούσε δημοσιονομικό κενό μόνο για ένα έτος, καθώς πρόκειται για έσοδα που συμψηφίζονται στο μέλλον. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να προσφέρει άμεση ανάσα ρευστότητας, χωρίς μόνιμη επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών.
Την ίδια στιγμή, επισημαίνεται ότι μια απλή μείωση του ποσοστού δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στη ρίζα του. Βασική κατεύθυνση του υπουργείου είναι η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού και λειτουργίας της προκαταβολής φόρου, με μεγαλύτερη σύνδεσή της με τα τρέχοντα οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης, δυνατότητα αναπροσαρμογής σε περιπτώσεις μείωσης κερδών και καταβολή σε περισσότερες δόσεις. Παράλληλα, εξετάζεται ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο για νέες και μικρές επιχειρήσεις.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων για την επιχειρηματικότητα, με τη ρευστότητα να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιβίωσης και ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, το ισχύον καθεστώς επηρεάζει και την ελκυστικότητα της χώρας για ξένες επενδύσεις, καθώς πολλοί επενδυτές δυσκολεύονται να αποδεχθούν ένα σύστημα που ανεβάζει έμμεσα το πραγματικό φορολογικό βάρος σημαντικά πάνω από τον ονομαστικό συντελεστή.






























