Οι αγορές βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα νέο κύμα ανησυχίας, καθώς συσσωρεύονται σενάρια και εξελίξεις που αναδεικνύουν ρωγμές τόσο στον ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο του private credit όσο και σε επιχειρηματικά μοντέλα που θεωρούνταν μέχρι πρότινος ανθεκτικά απέναντι στις τεχνολογικές ανατροπές.
Η αγορά ιδιωτικής πίστωσης, που μέσα σε λίγα χρόνια εξελίχθηκε σε πυλώνα περίπου 3 τρισ. δολαρίων της παγκόσμιας χρηματοδότησης, περνά τη σοβαρότερη δοκιμασία της. Διαδοχικές πτωχεύσεις, ποινικές διώξεις για απάτη και περιορισμοί ρευστότητας σε επενδυτικά οχήματα έφεραν στο φως τις αδυναμίες ενός κλάδου που άνθησε στην εποχή των χαμηλών επιτοκίων και της άφθονης ρευστότητας μετά το 2008. Η απόφαση της Blue Owl Capital να παγώσει οριστικά τις εξαγορές σε ένα από τα λιανικά της funds, ύψους 1,6 δισ. δολαρίων, ερμηνεύτηκε από την αγορά όχι ως μεμονωμένο επεισόδιο αλλά ως προειδοποιητικό σήμα για ολόκληρο το οικοσύστημα της μη τραπεζικής χρηματοδότησης.
Οι ανησυχίες είχαν ήδη ενταθεί από το φθινόπωρο του 2025, όταν κατέρρευσαν σχεδόν ταυτόχρονα η Tricolor Holdings και η First Brands Group, δύο εταιρείες με υψηλή μόχλευση και σημαντική έκθεση σε private credit και leveraged lending. Οι πτωχεύσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις αποκαλύψεις για εκτεταμένες πρακτικές παραπλάνησης επενδυτών και τραπεζών, έφεραν στο προσκήνιο τον κίνδυνο μετάδοσης σε ευρύτερα τμήματα της αγοράς. Δεν ήταν τυχαία η προειδοποίηση του διευθύνοντος συμβούλου της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, ο οποίος μίλησε για «κατσαρίδες», υπονοώντας ότι ένα πρόβλημα σπάνια εμφανίζεται μεμονωμένα.
Παράλληλα με τις πιέσεις στο private credit, ένα διαφορετικό αλλά εξίσου ανησυχητικό αφήγημα άρχισε να κυριαρχεί στις αγορές: οι λεγόμενες «συναλλαγές φόβου» γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Η αφορμή δόθηκε από τη δημοσίευση μιας δυστοπικής, μελλοντολογικής έκθεσης της Citrini Research, η οποία περιέγραφε ένα υποθετικό σενάριο τοποθετημένο στο 2028, όπου η ραγδαία εξάπλωση της AI διαλύει τον κλάδο του λογισμικού, αποσταθεροποιεί την αγορά εργασίας γραφείου και συμπιέζει δραστικά την καταναλωτική δαπάνη. Αν και οι συντάκτες της έκθεσης τόνισαν ρητά ότι πρόκειται για άσκηση σκέψης και όχι πρόβλεψη, η αντίδραση των αγορών ήταν έντονη.
Μετοχές εταιρειών λογισμικού, πληρωμών και διανομής βρέθηκαν στο στόχαστρο μαζικών ρευστοποιήσεων, με την IBM να καταγράφει τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση της εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα. Εταιρείες όπως οι DoorDash, American Express, Visa, Mastercard και μεγάλοι διαχειριστές εναλλακτικών επενδύσεων δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις, καθώς οι επενδυτές άρχισαν να αμφισβητούν τη βιωσιμότητα εσόδων που βασίζονται σε προμήθειες, πλατφόρμες και παραδοσιακά μοντέλα λογισμικού, σε έναν κόσμο όπου τα εργαλεία AI υπόσχονται αυτοματοποίηση και δραστική μείωση κόστους.
Στο κλίμα αυτό προστέθηκαν και οι προειδοποιήσεις του Νασίμ Ταλέμπ, ο οποίος έκανε λόγο για υποτιμολόγηση των διαρθρωτικών κινδύνων από τις αγορές και προέτρεψε τους επενδυτές να προετοιμαστούν για αυξημένη μεταβλητότητα και ενδεχόμενες πτωχεύσεις στον κλάδο του software. Κατά τον ίδιο, το ράλι της AI εισέρχεται σε πιο επικίνδυνη φάση, όπου οι νικητές και οι χαμένοι δεν θα είναι τόσο προφανείς όσο στο αρχικό στάδιο του ενθουσιασμού.
Παρά τη ζοφερή εικόνα, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι αντιδράσεις ενδέχεται να είναι υπερβολικές. Υπενθυμίζουν ότι το private credit εξακολουθεί να προσελκύει κεφάλαια, έστω και με βραδύτερους ρυθμούς, και ότι πολλά από τα σενάρια γύρω από την AI αποτελούν ακραίες εκδοχές πιθανών εξελίξεων. Ωστόσο, το κοινό νήμα που συνδέει τα πρόσφατα γεγονότα είναι η αυξανόμενη νευρικότητα των αγορών απέναντι σε κλάδους που χτίστηκαν πάνω στην υπόθεση της σταθερής ανάπτυξης και της άφθονης ρευστότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και ένα υποθετικό σενάριο ή ένα συμβάν κρίσης ρευστότητας αρκεί για να πυροδοτήσει φόβους ευρύτερης αποσταθεροποίησης.





























