Την ανάγκη υιοθέτησης μιας ευρωπαϊκής προσέγγισης στην εποπτεία των μεγαλύτερων διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων αναδεικνύει νέα ανάλυση στο ιστολόγιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, παρότι οι μεγαλύτεροι asset managers δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και εξυπηρετούν επενδυτές πέρα από εθνικά σύνορα, εξακολουθούν να εποπτεύονται αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που δημιουργεί κενά και πιθανούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Ο κλάδος της διαχείρισης κεφαλαίων στην Ευρώπη βρίσκεται σε φάση ταχείας ανάπτυξης. Τα τελευταία δέκα χρόνια, τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία σχεδόν διπλασιάστηκαν, ξεπερνώντας τα 20 τρισ. ευρώ, με ρυθμό αύξησης περίπου τριπλάσιο σε σχέση με τον τραπεζικό τομέα. Οι διαχειριστές κεφαλαίων διαδραματίζουν πλέον καίριο ρόλο στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, διοχετεύοντας αποταμιεύσεις σε παραγωγικές επενδύσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, ο ευρωπαϊκός επενδυτικός κλάδος χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση σε λίγες χώρες και κυριαρχείται από έναν περιορισμένο αριθμό, περίπου 10 έως 15, μεγάλων ομίλων με έντονη διασυνοριακή δραστηριότητα. Παρά τη συστημική τους σημασία και το πανευρωπαϊκό τους αποτύπωμα, ακόμη και αυτοί οι μεγάλοι παίκτες παραμένουν υπό εθνική εποπτεία. Η εξέλιξη αυτή εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο το υφιστάμενο εποπτικό πλαίσιο είναι επαρκές, ιδίως ενόψει της περαιτέρω εμβάθυνσης της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Η ανάλυση δείχνει ότι η καρδιά του ευρωπαϊκού επενδυτικού οικοσυστήματος χτυπά κυρίως στην Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο, όπου εδρεύουν τα περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια που προσελκύουν επενδυτές από ολόκληρη την ΕΕ. Σε αυτές τις χώρες, περίπου το 90% των επενδυτών προέρχεται από το εξωτερικό. Παράλληλα, τα χαρτοφυλάκια των κεφαλαίων κατανέμονται ευρέως σε όλη την Ευρώπη και διεθνώς, γεγονός που καταδεικνύει τη βαθιά διασύνδεση του κλάδου με το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Αυτή η διασυνοριακή διάσταση, ωστόσο, συνεπάγεται και αυξημένους κινδύνους. Σε περιόδους αναταραχής, μαζικές εξαγορές μεριδίων μπορεί να αναγκάσουν τα κεφάλαια σε ταχείες πωλήσεις στοιχείων ενεργητικού, εντείνοντας τη μεταβλητότητα στις αγορές. Το επεισόδιο της άνοιξης του 2020 κατέδειξε πόσο γρήγορα μπορεί να μεταδοθεί η πίεση μεταξύ χωρών και αγορών, αναγκάζοντας τελικά τις κεντρικές τράπεζες να παρέμβουν για τη σταθεροποίηση του συστήματος. Τέτοιες παρεμβάσεις, προειδοποιεί η ΕΚΤ, ενέχουν κινδύνους ηθικού κινδύνου και υπογραμμίζουν την ανάγκη για ισχυρότερη προληπτική εποπτεία.
Η εμπειρία αυτή ανέδειξε, σύμφωνα με το blog, ένα βασικό μειονέκτημα του σημερινού πλαισίου: οι κίνδυνοι δεν σταματούν στα εθνικά σύνορα. Οι εθνικές αρχές ενδέχεται να υποτιμούν τις διασυνοριακές επιπτώσεις, ενώ χώρες που πλήττονται από αναταράξεις συχνά δεν έχουν την εποπτική αρμοδιότητα επί των σχετικών κεφαλαίων. Το αποτέλεσμα είναι πιθανά «τυφλά σημεία» στην εποπτεία, τα οποία θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσω μιας πιο ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής προσέγγισης.
Η ΕΚΤ θεωρεί ότι μια ρεαλιστική λύση θα ήταν η ενίσχυση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA), με συντονισμό εποπτικών κολεγίων για τους μεγαλύτερους και πιο συστημικούς διαχειριστές κεφαλαίων. Ένα τέτοιο σχήμα θα επικεντρωνόταν στους 10 έως 15 ομίλους που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των κινδύνων, διατηρώντας την εθνική εποπτεία για τους μικρότερους, κυρίως εγχώριους παίκτες. Παράλληλα, θα απαιτούσε στενή συνεργασία με τις τραπεζικές και ασφαλιστικές αρχές, δεδομένων των ισχυρών διασυνδέσεων μεταξύ των τομέων.
Παρά ταύτα, η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι η εποπτεία μεμονωμένων μεγάλων παικτών δεν αρκεί. Συλλογικές συμπεριφορές στον κλάδο μπορούν να εντείνουν τις πιέσεις στις αγορές ακόμη και όταν κανένας φορέας δεν είναι από μόνος του συστημικά κρίσιμος. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται και ένα ισχυρότερο μακροπροληπτικό πλαίσιο για τον μη τραπεζικό τομέα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά προς τη δημιουργία μιας βαθύτερης και πιο ολοκληρωμένης κεφαλαιαγοράς, η ΕΚΤ εκτιμά ότι η εποπτική αρχιτεκτονική πρέπει να εξελιχθεί αντίστοιχα. Μια πιο συνεκτική ευρωπαϊκή εποπτεία των μεγάλων διαχειριστών κεφαλαίων, σε συνδυασμό με ισχυρότερα εργαλεία για τον κλάδο συνολικά, θα μπορούσε να ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, να μειώσει τον κατακερματισμό και να διευκολύνει τη διοχέτευση των αποταμιεύσεων προς την πραγματική οικονομία.





























