Οι φοροαπαλλαγές στην ακίνητη περιουσία διογκώθηκαν τα τελευταία χρόνια σε βαθμό που άρχισαν να προκαλούν έντονο προβληματισμό στο οικονομικό επιτελείο, τόσο για το δημοσιονομικό τους κόστος όσο και για την αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Ο ειδικός φόρος επί των ακινήτων έχει εξελιχθεί σε πεδίο εκτεταμένων εξαιρέσεων, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σημαντικά η φορολογική του απόδοση και να εντείνονται οι υπόνοιες καταχρηστικής αξιοποίησης του πλαισίου. Σε αυτό το περιβάλλον κρίθηκε αναγκαία η αυστηροποίηση των διαδικασιών και το «σφίξιμο» των ελέγχων, προκειμένου οι απαλλαγές να χορηγούνται μόνο σε όσους πραγματικά τις δικαιούνται.
Από το σύνολο των 22,88 δισ. ευρώ που ανέρχονται οι φορολογικές δαπάνες, ποσοστό 39,6% αφορά απαλλαγές στη φορολογία κεφαλαίου, με τον ειδικό φόρο επί ακινήτων και τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων να συγκεντρώνουν το υψηλότερο δημοσιονομικό κόστος, αναδεικνύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της ακίνητης περιουσίας στη διάρθρωση των φοροαπαλλαγών.
Ενδεικτικά, η μεγαλύτερη δημοσιονομική επιβάρυνση προέρχεται από την φοροαπαλλαγή σε σχέση με τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων που παρότι αφορά σε μόλις 12.519 περιπτώσεις, εμφανίζει κόστος που υπερβαίνει τα 6,34 δισ. ευρώ.
Έτσι, με απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, επιχειρείται να μπει τάξη και σαφές πλαίσιο στη διαδικασία χορήγησης απαλλαγών από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων.
Η απόφαση εξειδικεύει την εφαρμογή του άρθρου 18 του νέου Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας και καθορίζει αναλυτικά τα δικαιολογητικά και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που δικαιούνται απαλλαγές.
Στο επίκεντρο βρίσκονται επιχειρήσεις, οργανισμοί και φορείς που είτε ασκούν πραγματική παραγωγική δραστηριότητα είτε εξυπηρετούν κοινωφελείς, κοινωνικούς ή δημόσιους σκοπούς. Ωστόσο, η έκταση και η πολυπλοκότητα των απαιτούμενων δικαιολογητικών αποτυπώνουν την αγωνία της φορολογικής διοίκησης να κλείσει «παράθυρα» καταχρηστικών απαλλαγών, διασφαλίζοντας ότι οι εξαιρέσεις θα δίνονται μόνο όπου πράγματι προβλέπεται από τον νόμο.
Η απόφαση προβλέπει ότι τα δικαιολογητικά πρέπει να τηρούνται κατ’ έτος και να αντανακλούν την πραγματική κατάσταση της επιχείρησης ή του φορέα την 1η Ιανουαρίου κάθε φορολογικού έτους. Εταιρείες με μετοχές σε ρυθμιζόμενες αγορές, επιχειρήσεις με εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα, ναυτιλιακές εταιρείες, ασφαλιστικά ταμεία, επενδυτικά σχήματα, αλλά και κοινωφελή ιδρύματα και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, καλούνται να αποδείξουν με έγγραφα τη φύση και τη λειτουργία τους, προκειμένου να μην επιβαρυνθούν με τον ειδικό φόρο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη διαφάνεια της μετοχικής σύνθεσης και στον εντοπισμό των πραγματικών δικαιούχων, με την ΑΑΔΕ να ζητά πιστοποιήσεις από δημόσιες αρχές, μητρώα ή, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, υπεύθυνες δηλώσεις με αυστηρό περιεχόμενο. Η διαδικασία συνοδεύεται από μερικούς φορολογικούς ελέγχους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και από αυτοψίες στα ακίνητα, γεγονός που εντείνει την πίεση σε επιχειρήσεις που βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με στενά χρονικά περιθώρια.
Η αίτηση για απαλλαγή υποβάλλεται έως το τέλος Ιανουαρίου κάθε έτους, είτε ψηφιακά μέσω της πλατφόρμας myAADE είτε με φυσικό φάκελο στις αρμόδιες ΔΟΥ. Για το 2026, πάντως, δόθηκε μεταβατική προθεσμία 30 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, αναγνωρίζοντας εμμέσως τη δυσκολία προσαρμογής στο νέο καθεστώς.




























