Η επανεμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ (ως πολιτικού φαινομένου) στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο δεν συνιστά απλώς ένα ακόμη επεισόδιο, της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής. Αντιθέτως αποτυπώνει μια βαθύτερη και πιο ανησυχητική διεργασία: τη σταδιακή αποδόμηση της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς τάξης και την επιστροφή σε ένα πιο ωμό ,συναλλακτικό και αναθεωρητικό γεωπολιτικό περιβάλλον. Σε αυτό το νέο πλαίσιο χώρες όπως η Ελλάδα καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τη θέση και τη στρατηγική τους , χωρίς τις εγγυήσεις (εν πολλοίς θεωρητικές) που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αυτονοήτες.
Ο Τραμπ δεν υπήρξε ποτέ θιασώτης του φιλελεύθερου διεθνισμού. Η πολιτική του συμπεριφορά αντιμετωπίζει τους διεθνείς θεσμούς, τις πολυμερείς συμφωνίες και τις συμμαχίες όχι ως πυλώνες σταθερότητας αλλά ως περιορισμούς στην εθνική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών. Το δόγμα “America first” δεν είναι απλώς ρητορικό , είναι μια ξεκάθαρη επιλογή απομάκρυνσης από τη λογική των κανόνων και προσχώρησης σε μια αντίληψη όπου η ισχύς και το άμεσο συμφέρον υπερισχύουν της θεσμικής συνέπειας. Κοντολογίς, ενεργεί ως μία ωμή δύναμη ισχύος που αλληλεπιδρά και ενισχύει τις υφιστάμενες δομικές μεταβολές των διεθνών σχέσεων.
Έτσι λοιπόν, αυτός ο αναθεωρητισμός δεν αναπτύσσεται στο κενό. Αντιθέτως εντάσσεται σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η αμφισβήτηση του status quo αποτελεί πλέον κοινό παρονομαστή. Χαράζοντας νέα σύνορα, σε στρατιωτικό επίπεδο (Ουκρανία), αναθεωρήσεις ισορροπιών μέσω οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος (Belt and Road, Κίνα), τεχνολογικής υπεροχής στην άμυνα και την κυβερνοασφάλεια ως ένα νέο όπλο ισχύος, καθώς και η υιοθέτηση ολοένα πιο επιθετικής και αναθεωρητικής ρητορικής από περιφερειακές δυνάμεις ,Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειος (Τουρκία), συνθέτουν ένα ρευστό και ασταθές διεθνές σκηνικό. Μέσα σε αυτό το σκηνικό η επιστροφή Τραμπ λειτουργεί ως επιταχυντής των διεθνών εξελίξεων.
Ιδιαίτερα για την Ευρώπη η τραμπική προσέγγιση δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παύει να θεωρείται εταίρος και αντιμετωπίζεται περισσότερο ως οικονομικός ανταγωνιστής ή γεωπολιτικό βάρος.Το ΝΑΤΟ μετατρέπεται από συμμαχία σε μηχανισμό κόστους –οφέλους ενώ η έννοια της συλλογικής άμυνας τίθεται σε διαπραγμάτευση. Ενώ λοιπόν καλείται να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια της, παράλληλα δεν διαθέτει την απαιτούμενη συνοχή και βούληση .
Σε αυτό το ρευστοποιημένο διεθνές περιβάλλον η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιόμορφη θέση. Από τη μια πλευρά διαθέτει σημαντικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα :στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο , ρόλο κλειδί στην ενεργειακή ασφάλεια , ισχυρή ναυτιλία αλλά και μία σταθερή , προβλέψιμη εξωτερική πολιτική. Από την άλλη , βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν γείτονα που επενδύει συστηματικά στον αναθεωρητισμό και επιδιώκει να εκμεταλλευτεί κάθε ρωγμή στο διεθνές δίκαιο.
Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα σε έναν τέτοιο πλανητικό κόσμο αναθεωρητισμού και ωμής δύναμης ισχύος , είναι ότι η προστασία που προσέφεραν οι κανόνες και οι θεσμοί δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Η έμφαση στις διμερείς σχέσεις, η ανοχή σε κράτη ταραξίες και η υποβάθμιση της αξιακής διπλωματίας ενδέχεται να δημιουργήσουν πιέσεις για λύσεις εκτός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου.
Βέβαια κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι η ελληνική στρατηγική πρέπει να εγκαταλείψει τις αρχές της. Αντιθέτως , σημαίνει ότι οφείλει να επενδύσει στη διατροφική της και ενεργειακή της επάρκεια , στην αξιοποίηση του πολιτισμού της και της ιστορικής της συνέχειας ως ήπιας ισχύος εργαλείο, αλλά και τη σταθερή της παρουσία σε κρίσιμες περιφερειακές συνεργασίες. Να συνδυάσει το ρεαλισμό, την αποτροπή και την πολύ -επίπεδη διπλωματία. Άλλωστε σε μια συνθήκη λιγότερη προβλέψιμη και περισσότερο συναλλακτική , η αξιοπιστία , η ενίσχυση συμμαχιών αλλά και η εθνική ισχύς αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις διακηρύξεις προθέσεων.
Τελικά , η επιστροφή του Τραμπ δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφορά το είδος του κόσμου που διαμορφώνεται και τον τρόπο με τον οποίο μικρότερες , αλλά στρατηγικά κρίσιμες χώρες όπως η Ελλάδα θα επιβιώσουν και θα διεκδικήσουν το ρόλο τους. Το ζητούμενο λοιπόν, δεν είναι η επιλογή στρατοπέδου , αλλά η προσαρμογή σε μια νέα πραγματικότητα όπου οι βεβαιότητες λιγοστεύουν και η γεωπολιτική επιστρέφει στις σκληρές τις βάσεις..
(Ο Λουκάς Ανδριτσόπουλος είναι Πολιτικός Επιστήμονας)





























