Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ακόμη στέρεα θεμέλια για να διασφαλίσει τον ασφαλή εφοδιασμό της με κρίσιμες πρώτες ύλες που απαιτούνται για την ενεργειακή μετάβαση, σύμφωνα με ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δόθηκε στη δημοσιότητα.
Παρότι η ΕΕ έχει χαράξει μια συνολική στρατηγική πορεία και έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030 και το 2050, η υλοποίηση της πολιτικής αυτής εμφανίζει σημαντικά κενά.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες αποτελεί ένα σημαντικό βήμα, ωστόσο βασίζεται σε δεδομένα και προβλέψεις που παρουσιάζουν ελλείψεις, ενώ οι τιμές-στόχος που έχουν τεθεί για την εξόρυξη, την επεξεργασία, την ανακύκλωση και τη διαφοροποίηση των εισαγωγών δεν αιτιολογούνται επαρκώς. Επιπλέον, δεν υπάρχει σαφής μεθοδολογία για την αξιολόγηση της συμβολής κάθε πρώτης ύλης στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Ένωσης .
Η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγωγές παραμένει υψηλή, ιδίως για πρώτες ύλες ζωτικής σημασίας για τεχνολογίες όπως οι μπαταρίες, οι ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά. Σε αρκετές περιπτώσεις, πάνω από το 65% της προμήθειας προέρχεται από μία μόνο τρίτη χώρα, γεγονός που αυξάνει τους γεωπολιτικούς και εφοδιαστικούς κινδύνους. Παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης μέσω εμπορικών συμφωνιών και στρατηγικών εταιρικών σχέσεων, τα απτά αποτελέσματα κρίνονται μέχρι στιγμής περιορισμένα .
Την ίδια ώρα, η εγχώρια παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών στην ΕΕ προχωρά με αργούς ρυθμούς, καθώς οικονομικά, νομικά και διοικητικά εμπόδια εξακολουθούν να δυσχεραίνουν την εξόρυξη και την επεξεργασία. Οι διαδικασίες αδειοδότησης παραμένουν χρονοβόρες και πολύπλοκες, ενώ η χρηματοδότηση έργων εξερεύνησης και επεξεργασίας μόλις πρόσφατα αρχίζει να ενεργοποιείται σε ουσιαστικό βαθμό.
Παράλληλα, η έκθεση τονίζει ότι η ΕΕ δεν αξιοποιεί πλήρως το δυναμικό της βιώσιμης διαχείρισης των πόρων. Η ανακύκλωση, η υποκατάσταση υλικών και η αποδοτικότερη χρήση πρώτων υλών θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά την εξάρτηση από πρωτογενείς εισαγωγές, ωστόσο τα υφιστάμενα κανονιστικά και αγοραία εμπόδια περιορίζουν την ανάπτυξη αυτών των πρακτικών.
Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της αξιοπιστίας των δεδομένων, ταχύτερη πρόοδο στην εγχώρια παραγωγή και πιο αποτελεσματική αξιοποίηση της ανακύκλωσης, η ΕΕ ενδέχεται να δυσκολευτεί να εξασφαλίσει επαρκή εφοδιασμό κρίσιμων πρώτων υλών έως το 2030, θέτοντας σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της για την ενεργειακή μετάβαση και τη στρατηγική της αυτονομία.
Τα ευρήματα της έκθεσης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τη Metlen, καθώς αναδεικνύουν με σαφήνεια τη στρατηγική αξία των κρίσιμων πρώτων υλών και τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ευρωπαϊκή βιομηχανία στη μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από τρίτες χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη ανακοίνωση της Metlen για την παραγωγή των πρώτων 5 κιλών γαλλίου αποκτά βαρύνουσα σημασία, παρά το γεγονός ότι σε απόλυτους αριθμούς η ποσότητα μοιάζει αμελητέα σε όρους βιομηχανικής παραγωγής.
Το γάλλιο συγκαταλέγεται στις κρίσιμες πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς αποτελεί βασικό συστατικό για προηγμένες τεχνολογίες αιχμής. Η χρήση του εκτείνεται από τους ημιαγωγούς και τις τηλεπικοινωνίες έως τα φωτοβολταϊκά υψηλής απόδοσης, τα LED και εφαρμογές που σχετίζονται με την άμυνα, γεγονός που το καθιστά κομβικό για την ψηφιακή και ενεργειακή μετάβαση. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι απαιτείται σε εξαιρετικά μικρές ποσότητες, ωστόσο η έλλειψή του αρκεί για να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στην παραγωγή και στην ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογικών τομέων.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η ΕΕ παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εισαγωγές για υλικά όπως το γάλλιο, με την προσφορά να είναι συγκεντρωμένη σε περιορισμένο αριθμό χωρών εκτός Ένωσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και πιλοτικά βήματα εγχώριας παραγωγής αποκτούν στρατηγικό χαρακτήρα, καθώς λειτουργούν ως απόδειξη ότι υπάρχει τεχνογνωσία και βιομηχανική δυνατότητα εντός Ευρώπης.



























