Σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία, το ζήτημα της ισοτιμίας του ευρώ επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο και διασταυρώνεται με τις στρατηγικές επιλογές της ευρωζώνης.
Η χθεσινή συνάντηση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και επικεφαλής του Eurogroup, Κυριάκου Πιερρακάκη, με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Κριστίν Λαγκάρντ, πραγματοποιήθηκε σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον, όπου η ενίσχυση του ευρώ, οι επιπτώσεις της στην ανταγωνιστικότητα και τα διλήμματα της νομισματικής πολιτικής συνθέτουν ένα σύνθετο σκηνικό.
Με το ευρώ να κινείται σε υψηλά πολλών ετών και τις πιέσεις στις ευρωπαϊκές εξαγωγές να γίνονται πιο ορατές, οι ισορροπίες ανάμεσα στη σταθερότητα τιμών και στη στήριξη της ανάπτυξης αποκτούν καθοριστική σημασία για τις επόμενες αποφάσεις της Φρανκφούρτης και του Eurogroup.
Το ευρώ ξεπέρασε τις τελευταίες ημέρες το όριο των 1,20 δολαρίων, φτάνοντας στο υψηλότερο σημείο από το 2021, κάτι που οι αγορές αντιμετωπίζουν ως ένα σημαντικό «ψυχολογικό» ορόσημο. Η άνοδος αυτή δεν οφείλεται τόσο στη θεαματική βελτίωση της ευρωπαϊκής οικονομίας, όσο στην αποδυνάμωση του δολαρίου, λόγω πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων στις ΗΠΑ. Για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, όμως, ένα τόσο ισχυρό ευρώ σημαίνει ότι τα προϊόντα τους γίνονται ακριβότερα στο εξωτερικό, ιδίως στις αγορές που τιμολογούνται σε δολάρια.
Η ισχυροποίηση του ευρώ αποτελεί μία από τις παραμέτρους που παρακολουθεί στενά η ΕΚΤ. Κορυφαίοι κεντρικοί τραπεζίτες της ευρωζώνης προειδοποιούν ότι μια περαιτέρω ανατίμηση θα μπορούσε να επηρεάσει τις προβολές για τον πληθωρισμό και να αναγκάσει την ΕΚΤ να κρατήσει «ανοιχτά» όλα τα ενδεχόμενα για την πορεία των επιτοκίων.
Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αυστρίας, Μάρτιν Κόχερ, ο οποίος σε συνέντευξή του στους Financial Times σημείωσε ότι, αν το ευρώ συνεχίσει να ενισχύεται και αρχίσει να «βαραίνει» τις προοπτικές πληθωρισμού, η ΕΚΤ ενδέχεται να χρειαστεί να εξετάσει ακόμη μία μείωση επιτοκίων. Όπως επισήμανε, οι πρόσφατες κινήσεις έναντι του δολαρίου ήταν «μέτριες» και δεν απαιτούν άμεση αντίδραση, ωστόσο μια πιο απότομη ανατίμηση θα μπορούσε να συμπιέσει τις τιμές εισαγωγών και να διαβρώσει την ανταγωνιστικότητα έναντι των αμερικανικών επιχειρήσεων. Οι δηλώσεις έγιναν ενόψει της συνεδρίασης της ΕΚΤ στις 4 Φεβρουαρίου, με τον ίδιο να υπογραμμίζει την ανάγκη «πλήρους ευελιξίας» εν μέσω αβεβαιότητας.
Παράλληλα, η ανησυχία έχει περάσει και στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας. Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος ανέδειξε χθες σε ανάρτησή του στο LinkedIn ότι, πέρα από το «διαρθρωτικό μειονέκτημα» της Ευρώπης στο κόστος ενέργειας, η ενίσχυση του ευρώ καθιστά τα ευρωπαϊκά προϊόντα λιγότερο ανταγωνιστικά στις κατά κύριο λόγο δολαριοποιημένες παγκόσμιες αγορές, προσθέτοντας πίεση στις εξαγωγικές βιομηχανίες σε μια περίοδο στενών περιθωρίων και σκληρού διεθνούς ανταγωνισμού.
Η συζήτηση αυτή «κουμπώνει» με τα συμπεράσματα της ίδιας της ΕΚΤ για τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις ανταγωνιστικότητας της ευρωζώνης. Σε σχετική ανάλυση στο Economic Bulletin, οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ καταγράφουν ότι η ευρωζώνη έχει χάσει σταδιακά μερίδιο στο παγκόσμιο εμπόριο τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενώ μετά την πανδημία η υποχώρηση επιταχύνθηκε περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Η ανάλυση επισημαίνει ότι οι ασύμμετροι κραδασμοί –με κυριότερο το ενεργειακό σοκ που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία– αποκάλυψαν ευπάθειες στις αλυσίδες εφοδιασμού και στο κόστος παραγωγής, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τους ενεργοβόρους κλάδους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ισορροπία ανάμεσα στη σταθερότητα τιμών και στη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας - σε μια συγκυρία έντονης μεταβλητότητας στις αγορές συναλλάγματος - αναμένεται να παραμείνει βασικός άξονας τόσο για το Eurogroup όσο και για την ΕΚΤ, με τις αποφάσεις να αξιολογούνται με όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής παραγωγής.





























