Τα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά περίπου 4% το 2025, φτάνοντας τα 71,5 δισ. ευρώ από 68,8 δισ. ευρώ το 2024, γεγονός που συνδέεται κυρίως με την υπεραπόδοση των έμμεσων φόρων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού, η μεγαλύτερη ποσοστιαία και απόλυτη αύξηση προήλθε από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος ενισχύθηκε κατά περίπου 4,6% σε ετήσια βάση. Τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν το 2025 σε 27,6 δισ. ευρώ, έναντι 26,3 δισ. ευρώ το 2024. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην αύξηση των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες που συμπαρέσυρε και τα φορολογικά έσοδα. Ενδεικτικό είναι ότι ο ΦΠΑ στα λοιπά προϊόντα και υπηρεσίες αυξήθηκε κατά περίπου 5,9%, εξέλιξη που αντανακλά άμεσα το αυξημένο κόστος που πλήρωσαν τα νοικοκυριά στο ταμείο.
Για τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (ΕΦΚ) τα στοιχεία δείχνουν μικρή αλλά σαφή αύξηση το 2025 σε σχέση με το 2024. Συγκεκριμένα, τα έσοδα από ΕΦΚ ανήλθαν το 2024 σε 7,25 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 διαμορφώθηκαν στα 7,40 δισ. ευρώ. Η αύξηση σε απόλυτους αριθμούς είναι περίπου +150 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστιαία άνοδο περίπου 2,1% σε ετήσια βάση. Η μεγαλύτερη συμβολή προήλθε από τους ΕΦΚ στα ενεργειακά προϊόντα, όπου τα έσοδα αυξήθηκαν από 4,22 δισ. ευρώ το 2024 σε 4,34 δισ. ευρώ το 2025, δηλαδή κατά περίπου +2,9%. Αύξηση καταγράφηκε και στους ΕΦΚ καπνικών προϊόντων, της τάξης του +1,1%, ενώ οι ΕΦΚ σε λοιπά προϊόντα παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμοι.
Αύξηση της τάξης του 10% κατέγραψαν τα συνολικά έσοδα από φόρο εισοδήματος, τα οποία ανήλθαν σε 26,4 δισ. ευρώ το 2025 από 24 δισ. ευρώ το 2024. Παρότι τα ονομαστικά εισοδήματα αυξήθηκαν, για πολλούς καταναλωτές η καθαρή αγοραστική δύναμη παρέμεινε πιεσμένη, καθώς η αύξηση των φόρων κινήθηκε παράλληλα με την αύξηση του κόστους ζωής.
Συγκεκριμένα, τα έσοδα από φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων ανήλθαν το 2024 σε 7,66 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 έφτασαν τα 8,21 δισ. ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε αύξηση περίπου 548 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου +7,1% σε ετήσια βάση.
Η αύξηση αυτή αποδίδεται κυρίως στην υψηλότερη κερδοφορία των επιχειρήσεων το 2024, η οποία φορολογήθηκε το 2025. Παράγοντες όπως η άνοδος του κύκλου εργασιών σε κλάδους υπηρεσιών, τουρισμού και ενέργειας, αλλά και η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, συνέβαλαν στη διεύρυνση της φορολογητέας βάσης. Παράλληλα, δεν υπήρξε αύξηση του φορολογικού συντελεστή, γεγονός που δείχνει ότι η ενίσχυση των εσόδων προήλθε από περισσότερα δηλωθέντα κέρδη και όχι από νέα φορολογικά μέτρα.
Αντίθετα, οι φόροι ακίνητης περιουσίας παρουσίασαν μείωση περίπου 2,3%, γεγονός που λειτούργησε ανακουφιστικά για μέρος των νοικοκυριών, χωρίς όμως να αντισταθμίζει την αυξημένη επιβάρυνση από την καθημερινή κατανάλωση. Συγκεκριμένα, οι τακτικοί φόροι ακίνητης περιουσίας ανήλθαν το 2024 σε 2,467 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 διαμορφώθηκαν σε 2,411 δισ. ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε μείωση κατά 56 εκατ. ευρώ. Ο βασικός πυλώνας της φορολογίας ακινήτων, ο ΕΝΦΙΑ, παρουσίασε αντίστοιχη εικόνα. Τα έσοδα από ΕΝΦΙΑ μειώθηκαν από 2,443 δισ. ευρώ το 2024 σε 2,395 δισ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας μείωση 48 εκατ. ευρώ ή περίπου -2,0%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με τις μόνιμες ελαφρύνσεις που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και με εκπτώσεις για ασφαλισμένα ακίνητα.





























