Νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ φέρνει στο προσκήνιο τις σημαντικές αδυναμίες της ελληνικής νομοθέτησης σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές Οδηγίες, παρά το γεγονός ότι εντοπίζει και ορισμένα θετικά στοιχεία. Η έρευνα, με τίτλο «Η ποιότητα της νομοθέτησης στην Ελλάδα και την ΕΕ» ανέλυσε 190 ελληνικούς νόμους και 61 Οδηγίες της ΕΕ για την περίοδο 2022–2024.
Κεντρικό εύρημα αποτελεί η υπερβολική έκταση των ελληνικών νόμων, που καθιστά τα κείμενα πιο δύσχρηστα και περίπλοκα. Ο μέσος ελληνικός νόμος φτάνει τα 54 άρθρα και τις 60 σελίδες, σχεδόν υπερδιπλάσιες σε έκταση από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές Οδηγίες, οι οποίες κατά μέσο όρο περιορίζονται στις 25 σελίδες. Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει σημαντική υστέρηση στη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης. Αν και περισσότερα νομοσχέδια τίθενται τυπικά σε διαβούλευση, ο χρόνος που δίνεται στους πολίτες και τους φορείς για να καταθέσουν ουσιαστικά σχόλια είναι μόλις 16 ημέρες - τη στιγμή που στην ΕΕ η διαδικασία αυτή διαρκεί κατά μέσο όρο 95 ημέρες.
Εξίσου κρίσιμη αδυναμία αποτελεί η έλλειψη ποσοτικοποιημένης ανάλυσης των συνεπειών των ρυθμίσεων. Μόνο στο 10% των σχετικών εκθέσεων που συνοδεύουν τους ελληνικούς νόμους περιλαμβάνονται αριθμητικά στοιχεία για τις επιπτώσεις των προτεινόμενων ρυθμίσεων, ενώ στις ευρωπαϊκές Οδηγίες το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 65%. Η απουσία αυτή δυσχεραίνει την τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής και περιορίζει τη δυνατότητα αξιολόγησης των πραγματικών επιπτώσεων κάθε νόμου.
Ωστόσο, η μελέτη εντοπίζει και ορισμένα θετικά στοιχεία στο ελληνικό πλαίσιο. Η γλώσσα των ελληνικών νόμων εμφανίζεται πιο προσιτή και λιγότερο σύνθετη, με μέσο όρο 24 λέξεις ανά πρόταση έναντι 36 στις Οδηγίες της ΕΕ. Επιπλέον, η Ελλάδα παρουσιάζει μεγαλύτερη τυπική συνέπεια ως προς τη σύνταξη εκθέσεων ανάλυσης συνεπειών, συνοδεύοντας το 77% των νόμων με σχετικό κείμενο, έναντι 62% σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Με στόχο τη βελτίωση της νομοθετικής ποιότητας, η μελέτη προτείνει ευρύ φάσμα παρεμβάσεων. Μεταξύ άλλων, εισηγείται τον περιορισμό της έκτασης των νομοσχεδίων και την επικέντρωση κάθε νόμου σε ένα ενιαίο αντικείμενο, την αύξηση της διάρκειας δημόσιας διαβούλευσης στις τέσσερις εβδομάδες, την υποχρεωτική ανάλυση συνεπειών με ποσοτικά στοιχεία, καθώς και την αναβάθμιση του υποδείγματος εκτίμησης επιπτώσεων ώστε να καλύπτει οικονομικούς, περιβαλλοντικούς και διοικητικούς δείκτες.
Ο συντάκτης της έκθεσης, Κωνσταντίνος Σαραβάκος, τονίζει ότι τα προβλήματα παραμένουν βαθιά: «Παρά τη θεσμική πρόοδο της τελευταίας δεκαετίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται στην ουσία της καλής νομοθέτησης. Η διαβούλευση παραμένει από τις συντομότερες στην ΕΕ και οι ποσοτικές εκτιμήσεις στις εκθέσεις συνεπειών συχνά απουσιάζουν. Για να ενισχυθεί η ποιότητα των ρυθμίσεων, του λειτουργικού συστήματος της κοινωνίας μας, χρειάζονται συνοπτικότερα και πιο κατανοητά νομοθετήματα, ουσιαστική διαβούλευση και συστηματική παρουσίαση των εκτιμώμενων ποσοτικών συνεπειών».




























