Κατά πλειοψηφία αρνητική είναι η στάση των μελών του Ελληνικού Πάνελ Οικονομολόγων απέναντι στην άποψη ότι η επιδότηση της παραγωγής χωρίς αυστηρά αναπτυξιακά κριτήρια και η ανοχή της χαμηλής παραγωγικότητας σε ορισμένες περιοχές και κλάδους αποτελούν αναγκαίο κόστος για τη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική βιωσιμότητα της ελληνικής περιφέρειας, σύμφωνα με τα ευρήματα της σχετικής ερώτησης του Ιανουαρίου που δημοσιοποίησε το ΚΕΦΙΜ.
Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε στον απόηχο των πρόσφατων αγροτικών κινητοποιήσεων, οι οποίες ανέδειξαν διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας, αλλά και τον ρόλο των επιδοτήσεων ως βασικού μηχανισμού στήριξης του αγροτικού εισοδήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα κατά πόσο η ανοχή της χαμηλής παραγωγικότητας λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής και χωρικής συνοχής ή, αντίθετα, παγιώνει ένα παραγωγικό μοντέλο περιορισμένων προοπτικών αποκτά αυξημένη πολιτική και οικονομική σημασία.
Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 21 Ελληνίδες και Έλληνες οικονομολόγοι. Το 66% διαφωνεί με τη θέση ότι οι επιδοτήσεις χωρίς αυστηρά αναπτυξιακά κριτήρια συνιστούν αναγκαίο κόστος για την περιφέρεια, το 29% συμφωνεί, ενώ το 5% τοποθετείται μεταξύ των δύο επιλογών.
Στα επεξηγηματικά σχόλια που συνοδεύουν τα αποτελέσματα και είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του ΚΕΦΙΜ, αρκετά μέλη του Πάνελ επισημαίνουν ότι η μακροχρόνια στήριξη δραστηριοτήτων χαμηλής παραγωγικότητας δεν αποτελεί βιώσιμη αναπτυξιακή στρατηγική. Όπως υπογραμμίζεται, η δημόσια πολιτική θα πρέπει να εστιάζει στην ενίσχυση των ανθρώπων, των δεξιοτήτων και των παραγωγικών τους δυνατοτήτων και όχι στη διαρκή συντήρηση αντιπαραγωγικών δομών, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται πληθυσμιακές μεταβολές σε ορισμένες περιοχές.
Την ίδια στιγμή, όσοι υιοθετούν θετικότερη ή πιο επιφυλακτική προσέγγιση αναγνωρίζουν ότι, ιδίως σε ορεινές, νησιωτικές και μειονεκτικές περιοχές, η αποσυνδεδεμένη εισοδηματική στήριξη μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο περιφερειακής πολιτικής, συμβάλλοντας στην παραμονή πληθυσμού και στην παροχή δημόσιων αγαθών, όπως η συντήρηση του τοπίου και η πολιτισμική συνέχεια. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτές τις τοποθετήσεις, επισημαίνεται η ανάγκη για αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις που δεν παγιώνουν τη χαμηλή παραγωγικότητα.




























