Σύμφωνα με ψυχολόγο, πίσω από την υπερβολική ευγνωμοσύνη ενδέχεται να κρύβονται προηγούμενες εμπειρίες, ο φόβος ότι γίνονται βάρος στους άλλους ή ακόμη και προσωπικές ανασφάλειες.
Όπως αναφέρει το cuerpomente, η συμπεριφορά αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται απλώς για ανθρώπους ιδιαίτερα ευγενικούς. Όπως εξηγεί η ψυχολόγος Leticia Martín Enjuto, η έντονη ευγνωμοσύνη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο έχει μάθει να αντιλαμβάνεται τη βοήθεια, την αλληλεξάρτηση και τις σχέσεις με τους άλλους.
Όταν η βοήθεια δημιουργεί την αίσθηση «χρέους»
Η ευγνωμοσύνη είναι φυσιολογικό κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν κάποιος μας βοηθά ή μας διευκολύνει σε μια δύσκολη στιγμή, είναι αναμενόμενο να θέλουμε να τον ευχαριστήσουμε.
Δεν βιώνουν όμως όλοι τη λήψη μιας χάρης με τον ίδιο τρόπο.
Για ορισμένους ανθρώπους, η βοήθεια μπορεί να προκαλεί παράλληλα ένα αίσθημα υποχρέωσης. Μπορεί να αισθάνονται ότι, από τη στιγμή που κάποιος έκανε κάτι για εκείνους, δημιουργήθηκε ένα είδος «χρέους» που θα πρέπει κάποια στιγμή να ανταποδώσουν.
Έτσι, μια αυθόρμητη χειρονομία μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη συναισθηματική βαρύτητα από αυτή που είχε αρχικά. Το υπερβολικό «ευχαριστώ» λειτουργεί τότε όχι μόνο ως έκφραση εκτίμησης, αλλά και ως προσπάθεια να αναγνωριστεί η βοήθεια και να αποκατασταθεί η αίσθηση ισορροπίας στη σχέση.
Ο ρόλος των εμπειριών από την παιδική ηλικία
Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε όταν κάποιος μας βοηθά δεν διαμορφώνεται από το πουθενά. Οι προηγούμενες εμπειρίες μας και ιδιαίτερα όσα έχουμε μάθει από μικρή ηλικία μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη συμπεριφορά μας ως ενήλικες.
Η Leticia Martín Enjuto επισημαίνει ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει μαθαίνοντας να βασίζονται κυρίως στον εαυτό τους. Έχουν συνηθίσει να λύνουν μόνοι τα προβλήματά τους, να μη ζητούν πολλά και να αποφεύγουν να επιβαρύνουν τους άλλους.
Για έναν τέτοιο άνθρωπο, η αποδοχή βοήθειας μπορεί να είναι κάτι ασυνήθιστο. Μπορεί να αισθάνεται ανακούφιση και ευγνωμοσύνη, αλλά ταυτόχρονα και αμηχανία, επειδή βρίσκεται σε έναν ρόλο που δεν έχει μάθει να υιοθετεί.
Ακόμη πιο σημαντικό μπορεί να είναι το οικογενειακό ή διαπροσωπικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε κάποιος. Εάν έχει βιώσει καταστάσεις όπου οι χάρες συνοδεύονταν από απαιτήσεις ή προσδοκίες ανταπόδοσης, είναι πιθανό να έχει συνδέσει τη βοήθεια με μια υποχρέωση.
Αυτή η αντίληψη μπορεί να παραμένει και στην ενήλικη ζωή, ακόμη και όταν οι άνθρωποι γύρω του προσφέρουν βοήθεια χωρίς να περιμένουν απολύτως τίποτα ως αντάλλαγμα.
«Δεν θέλω να γίνομαι βάρος»
Ένας ακόμη παράγοντας μπορεί να είναι ο φόβος ότι το άτομο ενοχλεί ή επιβαρύνει τους άλλους.
Όταν κάποιος ζητά ή δέχεται βοήθεια, μπορεί να εμφανιστούν σκέψεις όπως «δεν θέλω να γίνομαι βάρος», «μήπως τον εκμεταλλεύομαι;» ή «θα έπρεπε να το είχα κάνει μόνος μου».
Σε αυτή την περίπτωση, η υπερβολική έκφραση ευγνωμοσύνης μπορεί να λειτουργεί ως ένας τρόπος καθησυχασμού. Το άτομο θέλει να κάνει ξεκάθαρο στον άλλον ότι δεν θεωρεί τη βοήθειά του αυτονόητη και ότι αντιλαμβάνεται την αξία της.
Με άλλα λόγια, το «ευχαριστώ» δεν απευθύνεται μόνο στον άνθρωπο που προσέφερε τη βοήθεια. Μπορεί να λειτουργεί και ως ένας τρόπος με τον οποίο το ίδιο το άτομο προσπαθεί να μειώσει τη δική του ενοχή ή αμηχανία.
Η ανασφάλεια μπορεί να ενισχύσει την αντίδραση
Η προσωπική ανασφάλεια αποτελεί έναν ακόμη πιθανό παράγοντα.
Όταν κάποιος δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του, το γεγονός ότι χρειάστηκε βοήθεια μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση ότι δεν είναι αρκετά ικανός ή αυτάρκης.
Έτσι, αντί να θεωρήσει τη χάρη μια απολύτως φυσιολογική ανταλλαγή μεταξύ ανθρώπων, μπορεί να την εκλάβει ως επιβεβαίωση των προσωπικών του αδυναμιών.
Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί μια μικρή χειρονομία αποκτά δυσανάλογα μεγάλη συναισθηματική σημασία. Η ευγνωμοσύνη δεν αφορά πλέον μόνο αυτό που έκανε ο άλλος, αλλά συνδέεται και με τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αξιολογεί τον ίδιο του τον εαυτό.
Δεν σημαίνει κάθε «υπερβολικό ευχαριστώ» ότι υπάρχει πρόβλημα
Παρά τις πιθανές ψυχολογικές εξηγήσεις, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι κάθε άνθρωπος που ευχαριστεί έντονα τους άλλους αντιμετωπίζει κάποιο βαθύτερο ζήτημα.
Όπως επισημαίνει η ψυχολόγος, μπορεί απλώς να πρόκειται για έναν ιδιαίτερα ευγενικό και εκφραστικό άνθρωπο, ο οποίος έχει μάθει να δείχνει ανοιχτά την εκτίμησή του.
Το σημαντικό στοιχείο είναι περισσότερο το πώς βιώνει εσωτερικά την κατάσταση.
Εάν η αποδοχή μιας χάρης συνοδεύεται συστηματικά από ενοχές, άγχος, ντροπή, έντονη αμηχανία ή την αίσθηση ότι υπάρχει υποχρέωση να ανταποδώσει άμεσα τη βοήθεια, τότε η αντίδραση μπορεί να συνδέεται με βαθύτερα μοτίβα συμπεριφοράς.
Τελικά, ένα έντονο «ευχαριστώ» δεν έχει πάντα την ίδια σημασία. Για κάποιον μπορεί να είναι απλώς ένας τρόπος να εκφράσει την ευγένεια και την εκτίμησή του. Για κάποιον άλλον, μπορεί να αποτελεί αντανάκλαση μιας ζωής στην οποία έμαθε να μη ζητά βοήθεια, να μην επιβαρύνει τους άλλους και να αισθάνεται ότι κάθε χάρη πρέπει κάποτε να επιστραφεί.
Η διαφορά βρίσκεται όχι τόσο στις λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος, αλλά στα συναισθήματα που συνοδεύουν αυτές τις λέξεις.

































