Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη αίσθηση στα παιδικά χρόνια όσων μεγάλωσαν τις περασμένες δεκαετίες.
Ποδήλατα παρατημένα στο γρασίδι το σούρουπο, απογεύματα που κυλούσαν χωρίς πρόγραμμα και χωρίς δραστηριότητες οργανωμένες από κάποιον ενήλικα. Η ιδιαίτερη ικανοποίηση του να λύνεις ένα πρόβλημα, να προσανατολίζεσαι στη γειτονιά ή να διαχειρίζεσαι ενά καβγά με κάποιο παιδί χωρίς να επεμβαίνουν οι μεγάλοι.
Ήσουν έξω. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς πού, και κανείς δεν ανησυχούσε γι' αυτό. Αυτή ήταν η συμφωνία.
Πολλοί άνθρωποι που μεγάλωσαν έτσι κουβαλούν μια περίπλοκη σχέση με αυτή την ανάμνηση. Ξέρουν ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Καταλαβαίνουν γιατί οι σημερινοί γονείς επιβλέπουν πιο στενά τα παιδιά τους. Κι όμως, εκείνες οι ώρες χωρίς επίβλεψη μοιάζουν, εκ των υστέρων, με κάτι πραγματικά σημαντικό που έκτοτε χάθηκε.
Δεν είναι απόλυτα σίγουροι αν πρέπει να το υπερασπιστούν ή να χαίρονται που πέρασε ανεπιστρεπτί.
Τι ήταν στην πραγματικότητα αυτή η ελευθερία;
Είναι εύκολο να την ωραιοποιούμε. Η ελευθερία εκείνων των χρόνων δεν σήμαινε απουσία κινδύνου. Τα παιδιά χτυπούσαν. Οι συγκρούσεις έμεναν χωρίς διαμεσολάβηση. Κάτι που τότε βαφτιζόταν «ανεξαρτησία», στην πραγματικότητα ήταν απλώς μια «καλοήθης» παραμέληση.
Αλλά η ελευθερία ήταν επίσης πραγματική. Τα παιδιά που περνούσαν ώρες κάθε μέρα ορίζοντας τον χρόνο τους, παίρνοντας δικές τους αποφάσεις και αντιμετωπίζοντας την κοινωνική αρχιτεκτονική των ομάδων της γειτονιάς χωρίς την παρέμβαση ενηλίκων, μάθαιναν να διευθετούν τη ζωή τους.
Όχι με δραματικό τρόπο, αλλά μέσα στην καθημερινότητα: ανακαλύπτοντας τι θα κάνουν στη συνέχεια, όταν η απάντηση δεν ήταν έτοιμη, στο χέρι.
Πώς η υπερβολική επιτήρηση έγινε ο κανόνας
Η στροφή δεν έγινε βάσει δεδομένων, αλλά κυρίως λόγω του φόβου και της κάλυψης των ΜΜΕ που έκαναν σπάνια γεγονότα να μοιάζουν καθημερινά. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1980, υποθέσεις απαγωγών παιδιών έλαβαν τεράστια δημοσιότητα, αλλάζοντας τη συμπεριφορά των γονέων, παρόλο που ο στατιστικός κίνδυνος παρέμενε χαμηλός.
Παράλληλα, η επίσημη εκπαίδευση επεκτάθηκε, οι εξωσχολικές δραστηριότητες απέκτησαν δομή και ο ελεύθερος χρόνος αντικαταστάθηκε από προγραμματισμένες δραστηριότητες.
Το «ελεύθερο απόγευμα» άρχισε να θεωρείται ανευθυνότητα. Και όταν αρκετοί γονείς άλλαξαν συνήθειες, τα παιδιά που έμεναν χωρίς επίβλεψη δεν είχαν πλέον με ποιον να παίξουν.
Τι δείχνουν οι έρευνες
Αν και οι μελέτες δείχνουν κυρίως συσχέτιση και όχι απαραίτητα αιτία, τα μοτίβα είναι αξιοσημείωτα.
Όπως τεκμηριώνει ο Πίτερ Γκρέι, καθηγητής ψυχολογίας στο Boston College: «Τις τελευταίες πέντε δεκαετίες παρατηρείται μια συνεχής και τεράστια μείωση της ελευθερίας των παιδιών να παίζουν ή να συμμετέχουν σε δραστηριότητες εκτός της άμεσης παρακολούθησης των ενηλίκων».
Κατά την ίδια περίοδο, τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης στους νέους έχουν αυξηθεί κατακόρυφα. Ο κοινωνικός ψυχολόγος Τζόναθαν Χάιντ το θέτει ως εξής: «Προστατεύουμε υπερβολικά τα παιδιά στον πραγματικό κόσμο, όπου χρειάζονται ελεύθερο παιχνίδι και αυτονομία, και δεν τα προστατεύουμε επαρκώς στον ψηφιακό κόσμο, για τον οποίο δεν είναι αναπτυξιακά έτοιμα».
Το δίλημμα που παραμένει άλυτο
Αυτή η «ελεύθερη» παιδική ηλικία δεν ήταν για όλα τα παιδιά. Ήταν πιο συχνή σε συγκεκριμένες γειτονιές και οικογενειακές δομές. Παράλληλα, η ελευθερία που ένα παιδί βίωνε ως «ειδυλλιακή», για ένα άλλο ήταν η σκληρή πραγματικότητα του να μεγαλώνει χωρίς καμία υποστήριξη.
Οι περισσότεροι ενήλικες που μεγάλωσαν έτσι δεν θέλουν να αναπαράγουν ακριβώς το ίδιο μοντέλο για τα δικά τους παιδιά.
Κατανοούν ότι ο κόσμος έχει αλλάξει κι αυτό που προσπαθούν να ξεδιαλύνουν μέσα τους είναι κάτι πιο συγκεκριμένο: Πόση από την επίβλεψη που βλέπουν γύρω τους είναι πραγματική προστασία και πόση είναι απλώς η διαχείριση του άγχους των ίδιων των ενηλίκων, βαφτισμένη ως «ασφάλεια των παιδιών»;
Το άβολο ερώτημα είναι το εξής: Αν αποδειχθεί ότι εκείνη η παλιά ελευθερία δεν ήταν απλώς κάτι από το οποίο «επιβιώσαμε», αλλά κάτι που είχε πραγματική αξία, τι κάνουμε τώρα;
Οι περισσότεροι δεν είναι έτοιμοι να απαντήσουν. Έτσι, κρατούν και τα δύο ταυτόχρονα: την ανάμνηση της ελευθερίας και την αδυναμία να την επιστρέψουν στα παιδιά τους. Και το ψάξιμο συνεχίζεται.
Πηγή: artfulparent.com































