Ο Ήλιος αποτελεί ίσως το πιο οικείο ουράνιο σώμα για τον άνθρωπο και εδώ και αιώνες απεικονίζεται ως ένας λαμπερός κίτρινος δίσκος. Από τα παιδικά σχέδια και τις σημαίες μέχρι τα δελτία καιρού και τα σχολικά βιβλία, η εικόνα του «κίτρινου Ήλιου» έχει εδραιωθεί τόσο βαθιά στη συλλογική συνείδηση, ώστε ελάχιστοι αμφισβητούν το πραγματικό του χρώμα.
Ωστόσο, σύμφωνα με το spacedaily, η επιστήμη αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα: ο Ήλιος δεν είναι κίτρινος. Αν τον παρατηρούσαμε από το διάστημα, μακριά από την ατμόσφαιρα της Γης, θα τον βλέπαμε λευκό.
Η αντίληψη ότι ο Ήλιος είναι κίτρινος οφείλεται σε ένα ατμοσφαιρικό φαινόμενο που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το φως του φτάνει στα μάτια μας. Πρόκειται για τη λεγόμενη σκέδαση Rayleigh, το ίδιο φυσικό φαινόμενο που χαρίζει στον ουρανό το χαρακτηριστικό γαλάζιο χρώμα του.
Ο Ήλιος εκπέμπει ενέργεια σε ολόκληρο το ορατό φάσμα του φωτός, από το ιώδες και το μπλε έως το πορτοκαλί και το κόκκινο. Παρότι η μέγιστη ένταση της ακτινοβολίας του βρίσκεται στην περιοχή του πράσινου φωτός, η συνολική σύνθεση όλων των μηκών κύματος παράγει ένα φως που το ανθρώπινο μάτι αντιλαμβάνεται ως λευκό.
Η επιφανειακή θερμοκρασία του Ήλιου αγγίζει περίπου τους 5.800 βαθμούς Kelvin, γεγονός που τον καθιστά ένα τυπικό άστρο της κύριας ακολουθίας. Παρότι οι αστρονόμοι τον κατατάσσουν στην κατηγορία των «κίτρινων νάνων», ο όρος αυτός δεν περιγράφει το πραγματικό του χρώμα. Αποτελεί μια αστρονομική ταξινόμηση που σχετίζεται με τα φυσικά χαρακτηριστικά και τη θέση του ανάμεσα σε θερμότερα και ψυχρότερα άστρα.
Το φως του Ήλιου, προτού φτάσει στην επιφάνεια της Γης, διασχίζει την ατμόσφαιρα, η οποία αποτελείται κυρίως από μόρια αζώτου και οξυγόνου. Τα μόρια αυτά σκεδάζουν πιο αποτελεσματικά τα μικρότερα μήκη κύματος του φωτός, δηλαδή το μπλε και το ιώδες. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος αυτών των χρωμάτων διαχέεται προς όλες τις κατευθύνσεις στον ουρανό.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο ουρανός εμφανίζεται μπλε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το μπλε φως που βλέπουμε όταν κοιτάζουμε ψηλά δεν προέρχεται από τον ίδιο τον ουρανό, αλλά από το ηλιακό φως που έχει διασκορπιστεί από τα μόρια της ατμόσφαιρας.
Την ίδια στιγμή, η απευθείας δέσμη φωτός που φτάνει στα μάτια μας από τον Ήλιο έχει χάσει μέρος των μπλε και ιωδών μηκών κύματος. Έτσι, το υπόλοιπο φως είναι σχετικά πλουσιότερο σε κίτρινες, πορτοκαλί και κόκκινες αποχρώσεις, κάνοντας τον Ήλιο να φαίνεται ελαφρώς κίτρινος όταν τον παρατηρούμε από το έδαφος.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο κατά την ανατολή και τη δύση. Τότε το ηλιακό φως διανύει πολύ μεγαλύτερη απόσταση μέσα στην ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα να σκεδάζονται όχι μόνο τα μπλε αλλά και τα πράσινα και κίτρινα μήκη κύματος. Έτσι, στα μάτια του παρατηρητή φτάνουν κυρίως οι κόκκινες και πορτοκαλί αποχρώσεις, δημιουργώντας τα εντυπωσιακά χρώματα των ηλιοβασιλεμάτων και των ανατολών.
Αντίθετα, όταν ο Ήλιος βρίσκεται ψηλά στον ουρανό, ιδιαίτερα γύρω στο μεσημέρι και σε συνθήκες καθαρής ατμόσφαιρας, το φως του διασχίζει μικρότερο στρώμα αέρα. Η σκέδαση περιορίζεται σημαντικά και ο Ήλιος εμφανίζεται πολύ πιο κοντά στο πραγματικό του χρώμα, δηλαδή στο λευκό.
Την πιο ξεκάθαρη απόδειξη προσφέρουν οι παρατηρήσεις από το διάστημα. Αστροναύτες στις αποστολές Apollo, αλλά και τα πληρώματα του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού, έχουν περιγράψει και φωτογραφίσει τον Ήλιο ως έναν εκτυφλωτικά λευκό δίσκο μέσα σε έναν κατάμαυρο ουρανό. Χωρίς ατμόσφαιρα να παρεμβάλλεται, το ηλιακό φως φτάνει αμετάβλητο στον παρατηρητή.
Η αποκάλυψη ότι ο Ήλιος είναι λευκός και όχι κίτρινος αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς η ατμόσφαιρα της Γης επηρεάζει την αντίληψή μας για τον κόσμο. Το ίδιο φαινόμενο που χρωματίζει τον ουρανό μπλε, μετατρέπει και τον λευκό Ήλιο σε έναν φαινομενικά κίτρινο αστέρα, δημιουργώντας μια οπτική εντύπωση που συνοδεύει την ανθρωπότητα εδώ και χιλιάδες χρόνια.































