Η ψυχολογία συχνά εξηγεί τη μοναξιά μέσα από απλά σχήματα, όπως εσωστρέφεια, κοινωνικό άγχος, απομόνωση.
Όμως υπάρχει μια ακόμη εκδοχή, που δεν χωρά εύκολα σε αυτές τις κατηγορίες. Είναι η μοναξιά που εμφανίζεται όταν κάποιος βρίσκεται μέσα σε πλήθος.
Δεν πρόκειται για φόβο των άλλων ούτε για αδυναμία κοινωνικότητας. Συχνά πρόκειται για ανθρώπους που είναι κοινωνικά ικανοί, που μιλούν εύκολα, που γελούν τη σωστή στιγμή και κινούνται με άνεση σε κάθε παρέα. Και όμως, όταν το δωμάτιο γεμίζει πρόσωπα και φωνές, μέσα τους υπάρχει μια παράξενη αίσθηση, ότι τους βλέπουν χωρίς όμως να τους αναγνωρίζουν πραγματικά.
Το να σε βλέπουν και το να σε γνωρίζουν δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το πρώτο είναι επιφανειακό και στιγμιαίο. Μπορεί να συμβεί σε μια τυχαία συνάντηση, σε μια σύντομη συζήτηση, σε ένα χαμόγελο που ανταλλάσσεται μηχανικά. Το δεύτερο απαιτεί βάθος, χρόνο και ενδιαφέρον για τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Και αυτό ακριβώς είναι που λείπει, όχι η προσοχή, αλλά η κατανόηση.
Γι’ αυτό και αυτή η μορφή μοναξιάς δεν μοιάζει με την κλασική εικόνα της εσωστρέφειας. Ο εσωστρεφής συνήθως αποσύρεται γιατί κουράζεται από την ένταση. Ο άνθρωπος που βιώνει αυτή τη μοναξιά, αντίθετα, συχνά παραμένει. Συμμετέχει, μιλά, προσπαθεί. Όμως νιώθει ότι οι άλλοι αγγίζουν μόνο την επιφάνεια του εαυτού του, σαν να συναντούν έναν ρόλο και όχι τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ακόμη πιο κοντά σε αυτό βρίσκεται το κοινωνικό άγχος, αλλά και εκεί η εμπειρία είναι διαφορετική. Στο άγχος κυριαρχεί ο φόβος της κριτικής, της έκθεσης, της αξιολόγησης. Εδώ όμως δεν πρόκειται για φόβο ότι σε παρατηρούν υπερβολικά. Σαν να είσαι παρών χωρίς να είσαι πραγματικά ορατός.
Οι ρίζες αυτού του βιώματος συχνά βρίσκονται νωρίς. Σε περιβάλλοντα όπου το παιδί έμαθε ότι η αποδοχή συνδέεται περισσότερο με την επίδοση παρά με την αυθεντικότητα. Όπου οι σωστές συμπεριφορές επιβραβεύονταν, αλλά τα πιο ευάλωτα ή αληθινά κομμάτια του εαυτού έμεναν χωρίς απάντηση. Έτσι, σταδιακά, πολλά παιδιά μαθαίνουν να «διαμορφώνουν» τον εαυτό τους ώστε να γίνεται αποδεκτός, αντί να εκφράζουν απλώς αυτό που είναι.
Στην ενήλικη ζωή αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε κοινωνική ευχέρεια χωρίς συναισθηματική εγγύτητα. Σε ανθρώπους που είναι περιζήτητοι σε παρέες, αλλά σπάνια νιώθουν ότι κάποιος τους έχει πραγματικά γνωρίσει. Η παρουσία τους είναι έντονη, αλλά η εσωτερική τους εμπειρία μένει αόρατη.
Και όσο πιο μεγάλος και θορυβώδης γίνεται ο κοινωνικός χώρος, τόσο πιο έντονη μπορεί να γίνεται αυτή η απόσταση. Πολλές σύντομες επαφές δεν αντικαθιστούν μία βαθιά. Μπορεί κανείς να επιστρέψει στο σπίτι του έχοντας μιλήσει με πολλούς ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά να νιώθει ότι δεν έχει ειπωθεί τίποτα ουσιαστικό για τον ίδιο.
Η λύση δεν βρίσκεται στο να αποφεύγονται τα κοινωνικά περιβάλλοντα ούτε στο να αλλάξει κάποιος την προσωπικότητά του. Βρίσκεται πιο πολύ στην ποιότητα των σχέσεων που χτίζονται αργά, με ανθρώπους που κάνουν ερωτήσεις δεύτερου και τρίτου επιπέδου, που αντέχουν τη σιωπή και που ενδιαφέρονται όχι μόνο για το τι δείχνεις, αλλά και για το τι ζεις εσωτερικά.
Γιατί τελικά, η πραγματική εγγύτητα δεν δημιουργείται από το πόσοι σε βλέπουν, αλλά από το πόσοι μένουν αρκετά ώστε να σε καταλάβουν. Και εκεί, μέσα σε μια σχέση όπου δεν χρειάζεται να «παίζεις ρόλο», η αίσθηση της μοναξιάς μέσα στο πλήθος αρχίζει σιγά σιγά να χάνει τη δύναμή της.




























