Κάθε Κυριακή τηλεφωνώ σε ένα μέλος της οικογένειας που είναι μεγαλύτερο από εμένα, και κάθε Κυριακή κλείνω το τηλέφωνο νιώθοντας ότι απέτυχα σε μια εξέταση που δεν ήξερα ότι δίνω. Κάθε φορά η συζήτηση ακολουθεί την ίδια πορεία: μοιράζομαι κάτι που συνέβη μέσα στην εβδομάδα μου και παίρνω πρακτικές συμβουλές που δεν ζήτησα.
Σωπαίνω, εκείνος ερμηνεύει τη σιωπή μου ως αχαριστία και λέμε αντίο με ένα χαμηλού βαθμού αίσθημα πόνου που κανείς από τους δύο δεν μπορεί να ονομάσει. Παλαιότερα πίστευα ότι απλώς είχαμε διαφορετικές αξίες. Ότι μας ενδιέφεραν διαφορετικά πράγματα. Έπειτα από χρόνια ψυχοθεραπείας, κατάλαβα ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ οι αξίες.
Νοιαζόμασταν για τα ίδια πράγματα. Απλώς εκφράζαμε αυτή τη φροντίδα σε διαλέκτους τόσο ξένες μεταξύ τους που η αγάπη έφτανε πάντα μεταμφιεσμένη...
Ο μύθος των αξιών
Υπάρχει ένα αφήγημα ότι οι boomers και οι millennials κατοικούν σε διαφορετικούς ηθικούς πλανήτες. Οι boomers εκτιμούν τη σκληρή δουλειά, την αφοσίωση και την οικογένεια.
Οι millennials εκτιμούν την αυτοέκφραση, την ευελιξία και την αυθεντικότητα.
Μελέτες δείχνουν ότι και οι δύο γενιές τοποθετούν την οικογένεια, την οικονομική ασφάλεια και την εργασία ψηλά στις προτεραιότητές τους. Το χάσμα εμφανίζεται στον τρόπο που οι άνθρωποι επικοινωνούν αυτές τις αξίες, στο πώς εκφράζεται για αυτούς η φροντίδα και ποια συναισθηματικά σήματα έχουν εκπαιδευτεί να στέλνουν και να λαμβάνουν. Η επικοινωνία μεταξύ γενεών μπορεί να μοιάζει σαν να μιλούν διαφορετική γλώσσα, ακόμα κι αν τυπικά μιλούν την ίδια.
Μεγάλωσα σε ένα παραδοσιακά αυστηρό σπίτι όπου η τήρηση των κανόνων και η ικανοποίηση των προσδοκιών ήταν το νόμισμα της αγάπης. Το να εμφανίζεσαι, να κάνεις τη δουλειά, να μη διαμαρτύρεσαι: έτσι κυκλοφορούσε η στοργή στην οικογένειά μας. Κανείς δεν έλεγε «Είμαι περήφανος για σένα». Έλεγαν «Ο κήπος φαίνεται καλός» ή «Δεν έκαψες το φαγητό στο ψήσιμο». Αναγνώριση σήμαινε απουσία κριτικής. Αν κανείς δεν σε διόρθωνε, τα πήγαινες καλά. Για δεκαετίες μιλούσα την ίδια διάλεκτο χωρίς να την αμφισβητώ.
Αγάπη που ακούγεται σαν έλεγχος
Oταν ένας γονιός boomer λέει «Πρέπει να αποταμιεύεις περισσότερα» ή «Σκέφτηκες να βρεις μια πιο σταθερή δουλειά;», σε πολλές περιπτώσεις εκτελεί μια πράξη αγάπης.
Συμβουλές για τα οικονομικά, για την καριέρα, ανεπιθύμητη καθοδήγηση ζωής: μια γενιά διδάχτηκε ότι φροντίδα σημαίνει να βεβαιώνεσαι ότι οι άνθρωποι που αγαπάς είναι προστατευμένοι. Η ασφάλεια ήταν το ανώτατο δώρο. Η άνεση ήταν κάτι που δημιουργούσες για τους άλλους πριν από τον εαυτό σου.
Αλλά για έναν millennial, αυτό προσλαμβάνεται διαφορετικά. Ερμηνεύεται ως κρίση, ως έλλειψη εμπιστοσύνης, ως το υπονοούμενο μήνυμα: δεν πιστεύω ότι μπορείς να διαχειριστείς τη ζωή σου. Το ένστικτο του millennial είναι να δημιουργήσει απόσταση, να θέσει όρια. Κάτι που οι boomers εκλαμβάνουν ως απόρριψη, αχαριστία, απόδειξη ότι η νεότερη γενιά δεν σέβεται τις θυσίες που έκαναν για εκείνους.
Παρατήρησα αυτόν τον κύκλο να επαναλαμβάνεται αμέτρητες φορές στην οικογένειά μου. Η συμβουλή που είχε ως σκοπό την προστασία έμοιαζε με έλεγχο. Το όριο που είχε ως σκοπό να διατηρήσει τη σχέση έμοιαζε με ψυχρότητα.
Οι δύο όψεις
Οι boomers, γενικά, μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα όπου η συναισθηματική εργασία ήταν αόρατη και ανώνυμη. Έδειχνες την αγάπη μέσα από πράξεις: δουλεύοντας υπερωρίες, παραμένοντας σε έναν δύσκολο γάμο για τα παιδιά, κρατώντας το σπίτι σε τάξη, μην επιβαρύνοντας κανέναν με τον εσωτερικό σου πόνο. Το συναισθηματικό περιεχόμενο μεταφερόταν αποκλειστικά μέσα από τη συμπεριφορά. Οι λέξεις θεωρούνταν περιττές, ακόμα και επιπόλαιες.
Οι millennials μεγάλωσαν σε έναν πολιτισμό που όλο και περισσότερο ονομάτιζε τα πράγματα. Η ψυχοθεραπεία μπήκε στο λεξιλόγιο. Η συναισθηματική νοημοσύνη έγινε μια έννοια που διδάσκεται σε σχολεία και χώρους εργασίας. Η προσδοκία άλλαξε: η αγάπη πρέπει να εκφράζεται με λόγια, τα συναισθήματα να επικοινωνούνται, και αν κάτι πονάει, πρέπει να μπορείς να το πεις χωρίς αυτό να θεωρείται αδυναμία.
Οι millennials που θέτουν όρια στους γονείς τους, που επιλέγουν να μην απαντούν σε κάθε κλήση, που αρνούνται να τους επισκεφθούν σε κάθε γιορτή, που λένε «Σ’ αγαπώ αλλά χρειάζομαι χώρο» νιώθουν ότι αυτό είναι νορμάλ. Η θέσπιση ορίων είναι μια μορφή φροντίδας των σχέσεων, στη συναισθηματική διάλεκτο που έχουν μάθει.
Ωστόσo, για έναν γονιό boomer, τα όρια μοιάζουν με... εξορία. Στον δικό τους κόσμο η παρουσία είναι απόδειξη αγάπης. Όταν ένα παιδί περιορίζει την επαφή, ο boomer νιώθει εγκατάλειψη.
Θρηνούμε και οι δύο την ίδια σχέση για αντίθετους λόγους. Ο ένας θρηνεί επειδή αισθάνεται ελεγχόμενος. Ο άλλος θρηνεί επειδή αισθάνεται παρατημένος.
Το πιο δύσκολο μέρος του να αναγνωρίζεις ένα χάσμα συναισθηματικής διαλέκτου είναι να αποδεχτείς τι έχει ήδη κοστίσει. Χρόνια συνομιλιών που πήγαν στραβά. Γιορτές που φάνηκαν σαν δοκιμασίες αντοχής. Η συσσωρευμένη απόσταση μεταξύ ανθρώπων που έχασαν τη στενότητα μέσα από εκατό μικρές παρανοήσεις.
Συνεχώς επιστρέφω στα λόγια του παππού μου: «Δώσε με ανοιχτό χέρι ή μην δώσεις καθόλου». Εννοούσε τη γενναιοδωρία. Ωστόσο νομίζω ότι υπάρχει μια εκδοχή που ισχύει και για την αγάπη μεταξύ γενεών. Δώσε την αγάπη σου στη διάλεκτο που ξέρεις, και μετά άνοιξε το χέρι σου αρκετά ώστε το άλλο άτομο να τη δεχτεί στη δική του.
Πηγή: geediting.com

























