Ο Τζεφ Μπέζος μετέτρεψε την Amazon από ένα ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο που ξεκίνησε στο γκαράζ του το 1994 σε μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον κόσμο, κατακτώντας την πρώτη θέση στη λίστα Fortune 500. Παράλληλα, η προσωπική του περιουσία εκτοξεύθηκε στα 372 δισ. δολάρια, καθιστώντας τον τον δεύτερο πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο.
Ο 62χρονος ιδρυτής της Amazon υποστηρίζει ότι η αντίληψη πως ο υπέρμετρος πλούτος είναι κάτι αρνητικό πηγάζει από μια λανθασμένη προσέγγιση της επιτυχίας, την οποία, όπως λέει, έχει υιοθετήσει μέρος της κοινωνίας.
«Πιστεύω ότι ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου ορισμένοι άνθρωποι έχουν διδαχθεί -λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου - να βλέπουν τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον καταπιεστή και τον καταπιεζόμενο και να θεωρούν την επιτυχία κάτι μεμπτό», δήλωσε πρόσφατα στο Fox News.
«Η επιτυχία δεν είναι κάτι κακό. Μπορείς να γίνεις δισεκατομμυριούχος ξεκινώντας ένα μαγαζί με χάμπουργκερ», ανέφερε.
Ο ίδιος περιέγραψε την πορεία μιας μικρής επιχείρησης εστίασης, η οποία ξεκινά με περίπου δέκα εργαζομένους και σταδιακά εξελίσσεται σε μια μεγάλη αλυσίδα, με χιλιάδες καταστήματα και προσωπικό, οδηγώντας τον ιδιοκτήτη της στην οικονομική επιτυχία.
«Έτσι λειτουργεί το σύστημα», σημείωσε. «Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να φτιάχνεις εξαιρετικό κοτόπουλο που αρέσει πραγματικά στον κόσμο. Αυτό δεν σε κάνει κακό άνθρωπο».
Οι ενστάσεις για τον πλούτο των δισεκατομμυριούχων και το κόστος ζωής
Οι απόψεις του Μπέζος βρίσκουν αντίθετες πολλές ομάδες Αμερικανών, ιδιαίτερα τους νεότερους. Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center για το 2025, το 18% των Αμερικανών θεωρεί ότι ο υπερβολικός πλούτος είναι «ηθικά λανθασμένος». Το ποσοστό αυξάνεται περίπου στο 33% μεταξύ των ενηλίκων της Gen Z, ηλικίας 18 έως 29 ετών.
Οι προβληματισμοί αυτοί εντείνονται καθώς οι περιουσίες των δισεκατομμυριούχων εξακολουθούν να αυξάνονται. Σύμφωνα με την Oxfam, το 2025 η συνολική περιουσία τους παγκοσμίως έφτασε στο ιστορικό υψηλό των 18,3 τρισ. δολαρίων.
Την ίδια ώρα, η αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ γίνεται πιο απρόσιτη για πολλά νοικοκυριά, ιδίως για τους νέους που δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος στέγασης.
Ο Μπέζος αναγνώρισε ότι οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες με το κόστος διαβίωσης. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι οι πολιτικοί θα πρέπει να επικεντρώνονται στην εξεύρεση λύσεων και όχι απλώς στην αναζήτηση υπευθύνων.
«Δεν μπορείς να προσποιείσαι ότι δεν υπάρχουν προβλήματα», ανέφερε. «Οι νέοι βλέπουν πόσο κοστίζει η στέγαση και σκέφτονται: "Πρέπει να μένω δύο ώρες μακριά από την πόλη. Δεν μπορώ να ζήσω κοντά στη δουλειά μου"».
«Αν ένα στέλεχος των εταιρειών μου, αντί να αναζητήσει την πραγματική αιτία ενός προβλήματος και να βρει μια ουσιαστική λύση, περιοριζόταν στο να επιρρίπτει ευθύνες σε άλλους, δεν θα παρέμενε για πολύ στη θέση του», δήλωσε.
Νωρίτερα φέτος, ο Μπέζος είχε προτείνει την απαλλαγή του φτωχότερου 50% των Αμερικανών εισοδηματιών, δηλαδή περίπου 76 εκατομμυρίων νοικοκυριών, από τον ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος, με στόχο την ελάφρυνση της φορολογικής τους επιβάρυνσης.
«Το φτωχότερο 50% των εισοδηματιών σε αυτή τη χώρα καταβάλλει μόλις το 3% των φόρων», δήλωσε ο Τζεφ Μπέζος στο CNBC τον Μάιο. «Πιστεύω ότι θα έπρεπε να μην πληρώνει καθόλου φόρο εισοδήματος».
Ο δισεκατομμυριούχος έφερε ως παράδειγμα μια εργαζόμενη στον τομέα της υγείας, στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, η οποία κερδίζει 75.000 δολάρια τον χρόνο, αλλά καταβάλλει περισσότερα από 1.000 δολάρια τον μήνα σε φόρους.
«Θεωρώ παράλογο να συμβαίνει κάτι τέτοιο», ανέφερε ο Μπέζος. «Δεν θα έπρεπε να ζητάμε από αυτή τη νοσηλεύτρια στο Κουίνς να στέλνει χρήματα στην Ουάσινγκτον. Θα έπρεπε να της ζητήσουμε συγγνώμη. Πραγματικά, δεν έχει κανένα νόημα».
Με πληροφορίες από Fortune
































