Η ΕΕ θέτει αυστηρούς κανόνες για την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων, αλλά εξακολουθεί να μην διαθέτει σχέδιο για τη διασφάλιση της επάρκειας τροφίμων και νερού σε περίπτωση κρίσης.
Οι άνθρωποι συνδέουν την κλιματική αλλαγή με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και την αύξηση της θερμοκρασίας. Όμως μία από τις πρώτες και πιο μακροχρόνιες επιπτώσεις της είναι η πείνα.
Ήδη στην Ινδία υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες οι υψηλές θερμοκρασίες καθιστούν αδύνατη τη φύτευση, ενώ στην Ευρώπη - και αλλού - οι σοδειές καταστρέφονται από πλημμύρες ή ξηρασία. Η πείνα αποτελεί επίσης συνέπεια των ένοπλων συγκρούσεων.
Η Ευρώπη διαθέτει μερικούς από τους πιο προηγμένους κανονισμούς στον κόσμο για τα τρόφιμα και το νερό, με κανόνες για τα φυτοφάρμακα, την επισήμανση και την υγιεινή. Όμως η ΕΕ ρυθμίζει μόνο το τι καταναλώνουν οι Ευρωπαίοι και όχι το κατά πόσο τα συστήματα τροφίμων μπορούν να αντέξουν μια διαταραχή, τονίζει σε ανάλυσή του στο Euractiv o στρατηγικός αναλυτής Chris Kremidas-Courtney.
Τα γεγονότα του 2026 δείχνουν ότι οι κλιματικές διαταραχές, οι ελλείψεις λιπασμάτων, ο πόλεμος και η εργαλειοποίηση του εμπορίου δεν αποτελούν πλέον μακρινά ενδεχόμενα. Οι αγροτικές εξαγωγές της Ουκρανίας έχουν καταρρεύσει: από 5 εκατομμύρια τόνους τον μήνα έφθασαν σε μόλις 1,5 εκατομμύριο τον Αύγουστο. Την ίδια ώρα ο Δούναβης - εναλλακτικός διάδρομος μεταφοράς σιτηρών - αντιμετωπίζει πλέον σοβαρούς περιορισμούς λόγω της χαμηλής στάθμης των υδάτων.
Θα υπάρχει επάρκεια σε περίπτωση κρίσης;
Θα έχουν οι άνθρωποι επαρκή τρόφιμα και κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ή μιας νέας σύγκρουσης; Η Οδηγία για την Ανθεκτικότητα των Κρίσιμων Οντοτήτων (Critical Entities Resilience Directive – CERD) υποχρεώνει επιλεγμένους φορείς να λαμβάνουν μέτρα ανθεκτικότητας, ωστόσο αφήνει μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων εκτός του πεδίου εφαρμογής της. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Ετοιμότητας και Αντιμετώπισης Κρίσεων για την Επισιτιστική Ασφάλεια (EFSCM) συντονίζει την προετοιμασία σε ολόκληρη την αλυσίδα τροφίμων, όμως οι συστάσεις του, οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και τα μέτρα για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας σε περίπτωση κρίσης παραμένουν εθελοντικά.
Το ΝΑΤΟ έχει θέσει βασικές απαιτήσεις για την ανθεκτικότητα των συστημάτων τροφίμων και νερού, χωρίς όμως να διαθέτει τα μέσα για να διασφαλίσει την εφαρμογή τους. Μόνο μια δεσμευτική νομοθεσία της ΕΕ μπορεί να καλύψει αυτό το κενό.
Στην Ευρώπη, τα συστήματα τροφίμων και ύδρευσης αντιμετωπίζονται κυρίως ως ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον, τη γεωργία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Ωστόσο, είναι και κρίσιμες υποδομές, οι οποίες μπορούν να παρουσιάσουν προβλήματα τόσο σε τοπικό όσο και σε ευρύτερο επίπεδο.
Η Ευρώπη διαθέτει ολοκληρωμένα δεσμευτικά πλαίσια για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την κυβερνοασφάλεια και την ενεργειακή ασφάλεια: οι τράπεζες υποβάλλονται σε υποχρεωτικές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ και η ανθεκτικότητα των δικτύων δοκιμάζεται βάσει καθιερωμένων ευρωπαϊκών κανόνων.
Στους τομείς των τροφίμων και του νερού, όμως, η Ευρώπη βρίσκεται πολύ πιο πίσω.
Η ερευνητική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μόλις το 2025–26 άρχισε να αναπτύσσει μεθοδολογίες για ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων στα συστήματα τροφίμων. Και ενώ η CERD του 2022 περιλαμβάνει το νερό στους τομείς της, δεν υπάρχουν δεσμευτικές και συστηματικές διαδικασίες για τον εντοπισμό των κρίσιμων αδυναμιών στα συστήματα ύδρευσης, όπου μια και μόνο αστοχία θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές.
Η Ευρώπη χρειάζεται ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο για την ανθεκτικότητα της τροφοδοσίας τροφίμων και νερού. Το πλαίσιο αυτό δεν θα αντικαθιστά τους υφιστάμενους κανόνες ασφάλειας, αλλά θα υποχρεώνει τους αρμόδιους φορείς να προετοιμάζονται για πιθανές διαταραχές, να ελέγχουν την αντοχή των συστημάτων και να διασφαλίζουν ότι ο εφοδιασμός θα συνεχίζεται ακόμη και σε συνθήκες κρίσης.
Αυτό θα απαιτούσε από τους μεγάλους φορείς να καταγράψουν τις κρίσιμες εξαρτήσεις τους, αλλά και τις εφεδρικές δυνατότητες που μπορεί να χρειαστούν σε μια κρίση - από τις υποδομές ψυχρής αλυσίδας έως τις γραμμές παραγωγής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διαφορετικούς σκοπούς.
Οι προμήθειες τροφίμων και νερού της Ευρώπης βρίσκονται στο στόχαστρο υβριδικών ενεργειών δολιοφθοράς, όμως η ευρωπαϊκή προσέγγιση για την ανθεκτικότητα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τέτοιες απειλές ως παροδικές. Το 2026, με τη Μόσχα να γίνεται όλο και πιο επιθετική, η Ευρώπη πρέπει πλέον να σχεδιάσει τα συστήματα τροφίμων και νερού έτσι ώστε να μπορούν να λειτουργούν και υπό συνθήκες παρατεταμένης πίεσης.
Το περιθώριο για δράση δεν είναι απεριόριστο. Οι διαταραχές που κάποτε θεωρούνταν σπάνιες γίνονται πλέον όλο και πιο συχνές, ενώ διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στις ρυθμιστικές φιλοδοξίες της Ευρώπης και την πραγματική της ετοιμότητα διευρύνεται.
Τι πρέπει να κάνει η Ευρώπη
Η ΕΕ πρέπει να θεσπίσει επειγόντως έναν Κανονισμό για την Ανθεκτικότητα των Τροφίμων και του Νερού (Food and Water Resilience Regulation – FWRR), ένα δεσμευτικό πλαίσιο που θα αντιμετωπίζει τα συστήματα τροφίμων και νερού όχι μόνο ως ζητήματα ασφάλειας και περιβάλλοντος, αλλά ως κρίσιμες υποδομές που πρέπει να λειτουργούν σε περιόδους κρίσης και σύγκρουσης.
Αυτό θα περιλάμβανε την υποχρεωτική χαρτογράφηση των συστημικών κινδύνων, με τη συμμετοχή των μεγάλων φορέων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και επεξεργασία τροφίμων, καθώς και στα συστήματα ύδρευσης. Οι χάρτες αυτοί θα πρέπει να επικαιροποιούνται κάθε χρόνο και μετά από κάθε σημαντική διαταραχή. Γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να διαχειριστεί κινδύνους που δεν έχει πρώτα καταγράψει.
Απαραίτητη είναι επίσης η υποχρεωτική κατάρτιση σχεδίων για τη διασφάλιση της αδιάλειπτης λειτουργίας. Τα σχέδια αυτά θα πρέπει να προβλέπουν εφεδρικές λύσεις, διαδικασίες χειροκίνητης λειτουργίας σε περίπτωση βλάβης και εναλλακτικές λύσεις έκτακτης ανάγκης, ώστε να διασφαλίζεται η επάρκεια τροφίμων και νερού.
Ο Κανονισμός για την Ανθεκτικότητα των Τροφίμων και του Νερού θα πρέπει να προβλέπει τη διενέργεια τακτικών ασκήσεων ανθεκτικότητας, προκειμένου να δοκιμάζεται η λειτουργία των συστημάτων τροφίμων και νερού σε σενάρια όπως εκτεταμένες καταστροφές καλλιεργειών σε πολλές περιοχές, διακοπές στα δίκτυα άρδευσης και αλυσιδωτές αστοχίες που επηρεάζουν ταυτόχρονα την ενέργεια και την υδροδότηση.
Καθώς η υπερβολική εξάρτηση από έναν και μόνο προμηθευτή ή εμπορικό διάδρομο μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγική αδυναμία, ένας αποτελεσματικός FWRR θα πρέπει να υποχρεώνει τους φορείς να αξιολογούν τις εξαρτήσεις τους από τρίτους με βάση τον κίνδυνο, να ελέγχουν κατά πόσο μπορούν να διασφαλίσουν τη συνέχιση της λειτουργίας τους και να διαφοροποιούν τις πηγές εφοδιασμού τους όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Οι εξαρτήσεις υψηλού κινδύνου θα πρέπει να οδηγούν στη σύναψη εφεδρικών συμβάσεων, στη δημιουργία υποχρεωτικών αποθεμάτων ή σε επενδύσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας με τη στήριξη της ΕΕ.
Όλα τα παραπάνω θα πρέπει να επιτευχθούν με την ενδυνάμωση του EFSCM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Ετοιμότητας και Αντιμετώπισης Κρίσεων για την Επισιτιστική Ασφάλεια). Ο κατακερματισμός αποτελεί αδυναμία. Γι’ αυτό, τα δεδομένα για τους κινδύνους που συλλέγουν οι εθνικές αρχές πρέπει να συγκεντρώνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ οι ασκήσεις ετοιμότητας να συντονίζονται και να εντάσσονται στον συνολικό σχεδιασμό της Ένωσης για την αντιμετώπιση κρίσεων.
Οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική και την ενεργειακή ασφάλεια δεν γνωρίζουν σύνορα. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την προστασία της ικανότητας της Ευρώπης να εξασφαλίζει την επάρκεια τροφίμων σε περιόδους κρίσης.
Με πληροφορίες από Euractiv






























