Σε επίπεδα-ρεκόρ ανήλθε το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, ξεπερνώντας για πρώτη φορά στην ιστορία το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων, την ώρα που το αυξημένο κόστος δανεισμού και τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα εντείνουν τις πιέσεις στα ομοσπονδιακά οικονομικά.
Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, μετά την τελευταία έκδοση κρατικών τίτλων το συνολικό χρέος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 40,047 τρισ. δολάρια. Η αύξηση αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στις υψηλότερες δαπάνες για υγειονομική περίθαλψη και κοινωνική ασφάλιση, αλλά και στη σημαντική επιβάρυνση από τους τόκους που απαιτούνται πλέον για την εξυπηρέτηση του χρέους.
Η υπέρβαση του ορίου των 40 τρισ. δολαρίων ήρθε νωρίτερα από ό,τι προέβλεπαν προηγούμενες εκτιμήσεις. Η Υπηρεσία Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO) υπολόγιζε ότι το αμερικανικό δημόσιο χρέος θα βρισκόταν περίπου στα 39,4 τρισ. δολάρια έως το τέλος του έτους.
Πρόσθετη πίεση στα δημόσια οικονομικά άσκησε και η επιστροφή χρημάτων που είχαν εισπραχθεί από τελωνειακούς δασμούς προς επιχειρήσεις, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο που ακύρωσε μεγάλο μέρος των σχετικών επιβαρύνσεων.
Την ίδια στιγμή, ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το αμερικανικό ΑΕΠ κινείται κοντά στο 125%, παραμένοντας σε ανοδική τροχιά παρά τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Η δημοσιονομική εικόνα επιβαρύνεται περαιτέρω από τα υψηλά ελλείμματα, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει καταγράψει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό από τις αρχές του αιώνα.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια το δημοσιονομικό έλλειμμα κινήθηκε μεταξύ 5,2% και 6,2% του ΑΕΠ, ενώ το 2020, στο αποκορύφωμα της πανδημίας, είχε εκτιναχθεί περίπου στο 15%. Η Τζέσικα Ριντλ, ειδικός σε θέματα προϋπολογισμού στο Brookings Institution, έχει χαρακτηρίσει μη βιώσιμη την πορεία των αμερικανικών ελλειμμάτων, τα οποία τα τελευταία χρόνια κινούνται κοντά στα 2 τρισ. δολάρια ετησίως.
Ενδεικτική της πίεσης είναι και η εικόνα του Ιουλίου, όταν το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ εκτινάχθηκε στα 432,3 δισ. δολάρια, στο υψηλότερο μηνιαίο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2021. Το σωρευτικό έλλειμμα για το έτος πλησίασε έτσι τα 1,8 τρισ. δολάρια, ενώ οι δαπάνες για τόκους που συνδέονται με τη χρηματοδότηση του ομοσπονδιακού χρέους έχουν φτάσει περίπου τα 1,2 τρισ. δολάρια.
Οι αποδόσεις των ομολόγων
Στην αγορά ομολόγων, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών τίτλων υποχώρησαν στη χθεσινή συνεδρίαση, αντιστρέφοντας μέρος της ισχυρής ανόδου των προηγούμενων συνεδριάσεων, μετά την ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών ότι θα διπλασιάσει το μέγεθος των επαναγορών κρατικού χρέους.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου υποχώρησε κατά περισσότερο από 10 μονάδες βάσης, στην περιοχή του 5,18%, έχοντας προηγουμένως ξεπεράσει το 5,33%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2007.
Παράλληλα, η απόδοση του δεκαετούς Treasury υποχώρησε περισσότερο από έξι μονάδες βάσης, κοντά στο 4,64%.
Η απόφαση για ενίσχυση των επαναγορών προσέφερε προσωρινή στήριξη στις μεγαλύτερες διάρκειες της καμπύλης αποδόσεων, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τις ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη πορεία της αγοράς.
Η κίνηση μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αλλά δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τις προοπτικές για τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις. Οι βασικοί παράγοντες που τις ωθούν υψηλότερα —η αβεβαιότητα γύρω από τον πληθωρισμό, η πορεία της νομισματικής πολιτικής και η διόγκωση του κρατικού χρέους— εξακολουθούν να βρίσκονται στο προσκήνιο.
Οι πιέσεις, άλλωστε, δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και οι φόβοι για νέες πληθωριστικές πιέσεις έχουν επηρεάσει τις αγορές κρατικών ομολόγων διεθνώς. Η απόδοση του δεκαετούς ιαπωνικού ομολόγου έφτασε σε υψηλό τριών δεκαετιών, ενώ οι αποδόσεις των 30ετών τίτλων της Γερμανίας και της Γαλλίας κινήθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2011 και το 2008 αντίστοιχα.






























