Μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση στην Ιταλία και ευρύτερα στην Ευρώπη αφορά τη νομική κίνηση μιας μητέρας κατά των εταιρειών Meta και TikTok, μετά την αυτοκτονία της 12χρονης κόρης της Rosella. Η οικογένεια υποστηρίζει ότι καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ψυχολογικής της κατάστασης έπαιξε η έκθεση σε περιεχόμενο που προωθούνταν από τους αλγορίθμους των πλατφορμών.
Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στο ρεπορτάζ του Reuters, η μητέρα Irene Roggero Ugues, ανέφερε ότι μέσα σε λίγους μήνες είδε ραγδαία αλλαγή στη συμπεριφορά της κόρης της, καθώς σταδιακά βυθιζόταν περισσότερο στη χρήση των κοινωνικών δικτύων. Όπως περιγράφει, το παιδί εκτέθηκε σε συνεχόμενο και επαναλαμβανόμενο περιεχόμενο σχετικό με αυτοτραυματισμό και ψυχολογική δυσφορία, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της οικογένειας, ενισχυόταν από τα συστήματα προτάσεων των εφαρμογών.
Η μητέρα υποστηρίζει ότι, μετά τον θάνατο της κόρης της, η οικογένεια ανακάλυψε πως το κορίτσι διατηρούσε μυστικό λογαριασμό στο Instagram με το όνομα «Just a dead pers0n», γεγονός που αγνοούσαν μέχρι τότε. Όπως αναφέρεται, η πραγματική έκταση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή που είχαν αντιληφθεί οι γονείς.
Σύμφωνα με την ίδια, η κόρη τους από ένα σημείο και μετά άρχισε να αναζητά περιεχόμενο σχετικό με κατάθλιψη και αυτοκαταστροφικές σκέψεις, και οι αλγόριθμοι των πλατφορμών συνέχιζαν να της προτείνουν παρόμοιο υλικό, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο έκθεσης. Όπως περιγράφεται χαρακτηριστικά, η διαδικασία αυτή έμοιαζε, κατά την οικογένεια, σαν μια «κλιμάκωση χωρίς έλεγχο», όπου το ένα περιεχόμενο οδηγούσε στο επόμενο.
Η μητέρα δήλωσε ότι η ψυχολογική κατάσταση της κόρης της άλλαξε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, περιγράφοντας την εξέλιξη ως κάτι που έμοιαζε με «ξαφνική ασθένεια» που εξαπλώθηκε γρήγορα και ανεξέλεγκτα. Υποστηρίζει επίσης ότι, χωρίς την αλληλεπίδραση με τους αλγορίθμους, η επιδείνωση θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά ή πιο σταδιακά.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί μία από τις πρώτες συλλογικές νομικές ενέργειες στην Ιταλία που στρέφονται απευθείας κατά των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης και του τρόπου λειτουργίας των αλγορίθμων τους. Οι οικογένειες που συμμετέχουν στην αγωγή ζητούν αυστηρότερα μέτρα για την προστασία των ανηλίκων, περιορισμούς στην πρόσβαση σε ευαίσθητο περιεχόμενο, αλλά και μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι πλατφόρμες προτείνουν και προωθούν περιεχόμενο στους χρήστες.
Τι απαντούν Meta και TikTok
Τόσο η Meta όσο και η TikTok απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των οικογενειών που συμμετέχουν στην αγωγή, υποστηρίζοντας ότι διαθέτουν εκτεταμένα μέτρα προστασίας για τους ανήλικους χρήστες και ότι εργάζονται διαρκώς για την ενίσχυση της ασφάλειας στις πλατφόρμες τους.
Εκπρόσωπος της Meta δήλωσε στο Reuters ότι η εταιρεία γνωρίζει τις ανησυχίες των γονέων για την ασφάλεια των παιδιών τους στο διαδίκτυο και γι’ αυτό προχωρά συνεχώς σε αλλαγές που αποσκοπούν στην προστασία των εφήβων. Μεταξύ των μέτρων που επικαλείται η εταιρεία είναι οι ειδικοί λογαριασμοί «Teen Accounts», οι οποίοι διαθέτουν ενσωματωμένες δικλείδες ασφαλείας και αυξημένους περιορισμούς για ανήλικους χρήστες. «Διαφωνούμε έντονα με αυτούς τους ισχυρισμούς, οι οποίοι αγνοούν τη μακροχρόνια δέσμευσή μας να στηρίζουμε και να προστατεύουμε τους νέους ανθρώπους», ανέφερε χαρακτηριστικά η εταιρεία.
Ανάλογη ήταν και η θέση του TikTok, που υποστήριξε ότι εφαρμόζει αυστηρούς κανόνες για την προστασία της ψυχικής υγείας και της συμπεριφοράς των χρηστών της. Σύμφωνα με την εταιρεία, περισσότερο από το 99% του περιεχομένου που παραβιάζει τις πολιτικές της σχετικά με τον αυτοτραυματισμό και άλλα επικίνδυνα θέματα αφαιρείται από την πλατφόρμα. Παράλληλα, το TikTok υποστηρίζει ότι συνεχίζει να επενδύει σε τεχνολογικά εργαλεία που διαφοροποιούν το προτεινόμενο περιεχόμενο, μπλοκάρουν δυνητικά επικίνδυνες αναζητήσεις και παραπέμπουν ευάλωτους χρήστες σε δομές υποστήριξης και γραμμές βοήθειας.
Σε ερώτηση για τον πιθανό ρόλο που μπορεί να διαδραμάτισε το Instagram στην υπόθεση της 12χρονης Rossella, η Meta απέφυγε να σχολιάσει συγκεκριμένα λόγω της εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας. Τόνισε, ωστόσο, ότι η ψυχική υγεία των νέων διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες και ότι η επίδραση των κοινωνικών δικτύων εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης τους, τα μέτρα ασφαλείας που υπάρχουν και τον βαθμό συμμετοχής των γονέων.
Από την άλλη πλευρά, οι οικογένειες που συμμετέχουν στην αγωγή θεωρούν ότι τα διαθέσιμα εργαλεία γονικού ελέγχου δεν επαρκούν. Όπως υποστηρίζουν, πολλά παιδιά γνωρίζουν τρόπους να παρακάμπτουν τα φίλτρα ασφαλείας ή τους χρονικούς περιορισμούς χρήσης, ενώ στο διαδίκτυο υπάρχουν πολυάριθμοι οδηγοί και βίντεο που εξηγούν βήμα προς βήμα πώς μπορεί να γίνει αυτό.
Οι γονείς επισημαίνουν επίσης ότι η συνεχής παρακολούθηση της διαδικτυακής δραστηριότητας των παιδιών είναι πρακτικά αδύνατη για πολλές οικογένειες. Όπως αναφέρουν, η εποπτεία των social media έχει εξελιχθεί σε μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σημαντική την ευθύνη των ίδιων των πλατφορμών για την προστασία των ανήλικων χρηστών τους.
Από την πλευρά της, η μητέρα της 12χρονης εξήγησε ότι αποφάσισε να συμμετάσχει στη δικαστική προσφυγή προκειμένου να ενημερωθούν και άλλοι γονείς για κινδύνους που, όπως λέει, η ίδια δεν γνώριζε εγκαίρως. Όπως ανέφερε, μετά τον θάνατο της κόρης της συνειδητοποίησε πτυχές της διαδικτυακής έκθεσης που δεν είχε αντιληφθεί όσο το παιδί ζούσε.
«Υποτιμήσαμε ορισμένους κινδύνους και δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχαν, αλλά άλλοι μπορούν ακόμα να δράσουν. Δεν έχει νόημα να το κρατήσω μόνο για μένα και δεν νομίζω ότι θα την πείραζε η Rossella», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι στόχος της είναι να υπάρξει μεγαλύτερη ενημέρωση και πρόληψη για άλλες οικογένειες.






























