Η αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή πυροδότησε ισχυρή άνοδο στην αγορά του χρυσού, με το πολύτιμο μέταλλο να ενισχύεται κατά 2% τη Δευτέρα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ανακοίνωσαν ότι κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσής τους. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε σημαντική πτώση των τιμών του πετρελαίου, μετριάζοντας τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και την προοπτική διατήρησης υψηλών επιτοκίων.
Ο χρυσός ηγείται του επενδυτικού ενδιαφέροντος, καθώς ενισχύεται κατά 2,59% και διαμορφώνεται στα 4.348,60 δολάρια. Το ασήμι ακολουθεί με ακόμη ισχυρότερη ποσοστιαία επίδοση, σημειώνοντας κέρδη 3,74% και φτάνοντας στα 70,515 δολάρια, επιβεβαιώνοντας το έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον τόσο από επενδυτές όσο και από τη βιομηχανική ζήτηση. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα στην αγορά της πλατίνας, η οποία καταγράφει άνοδο 3,73% και διαμορφώνεται στα 1.776,00 δολάρια, ενώ το παλλάδιο κινείται επίσης έντονα ανοδικά, με κέρδη 3,56% στα 1.337,50 δολάρια.
Σύμφωνα με Αμερικανούς και Ιρανούς αξιωματούχους, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε ένα πλαίσιο που προβλέπει τον τερματισμό των εχθροπραξιών, την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού του Ιράν και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Η επίσημη υπογραφή της συμφωνίας αναμένεται να πραγματοποιηθεί την Παρασκευή στην Ελβετία.
Η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου και η εξασθένηση του δολαρίου, ως αποτέλεσμα της μείωσης του γεωπολιτικού κινδύνου και της αναμενόμενης επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ, συμβάλλουν στη συγκράτηση των πληθωριστικών προσδοκιών, προσφέροντας στον χρυσό την ισχυρότερη στήριξη των τελευταίων εβδομάδων. Ωστόσο, όπως σημείωσε, η διάρκεια αυτής της ανοδικής τάσης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η ειρηνευτική συμφωνία θα αποδειχθεί βιώσιμη.
Παρά την τρέχουσα άνοδο, οι τιμές του χρυσού παραμένουν περίπου 20% χαμηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.
Οι αγορές έχουν ήδη αναθεωρήσει τις προσδοκίες τους για τη νομισματική πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, με την πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων τον Δεκέμβριο να υποχωρεί στο 47% από 69% μία εβδομάδα νωρίτερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του CME FedWatch.


























