Η επιδημία έμπολα που καταγράφεται στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξελίσσεται ήδη σε μία από τις μεγαλύτερες που έχουν σημειωθεί ποτέ, καθώς καθυστερήσεις, σοβαρά λάθη και ελλείψεις στον υγειονομικό μηχανισμό επέτρεψαν στον ιό να εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα, σύμφωνα με το Reuters.
Όταν οι υγειονομικές αρχές επιβεβαίωσαν τα νέα κρούσματα την περασμένη εβδομάδα, ο αριθμός των ύποπτων περιστατικών είχε ήδη εκτοξευθεί. Δύο Κονγκολέζοι αξιωματούχοι που συμμετέχουν στη διαχείριση της κρίσης ανέφεραν ότι μια σειρά από αστοχίες καθυστέρησαν τον εντοπισμό της νόσου, επιτρέποντας τη διασπορά της ακόμη και σε περιοχές που ελέγχονται από αντάρτες, αλλά και πέρα από τα σύνορα, έως την πρωτεύουσα της Ουγκάντας.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι τοπικές ταφικές πρακτικές συνέβαλαν στην εξάπλωση του ιού πριν σημάνει συναγερμός, ενώ τα διαγνωστικά τεστ σε τοπικό εργαστήριο είχαν ρυθμιστεί για λάθος στέλεχος του Έμπολα. Επιπλέον, δείγματα που στάλθηκαν στην Κινσάσα δεν μεταφέρθηκαν και αποθηκεύτηκαν όπως ορίζουν τα υγειονομικά πρωτόκολλα.
Ο καθηγητής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Brown, Κρεγκ Σπένσερ, προειδοποίησε ότι οι καθυστερήσεις αυτές μπορεί να δυσκολέψουν σημαντικά την προσπάθεια περιορισμού της επιδημίας.
«Αυτή τη στιγμή επικρατεί χάος. Δεν έχουμε ούτε κατά προσέγγιση πραγματική εικόνα για τον αριθμό των κρουσμάτων», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η επιδημία εντοπίζεται κυρίως στην επαρχία Ιτούρι, μια απομακρυσμένη περιοχή του βορειοανατολικού Κονγκό που πλήττεται από συγκρούσεις και διαθέτει εξαιρετικά αδύναμες υγειονομικές υποδομές.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει μέχρι στιγμής καταγράψει 80 ύποπτους θανάτους, οκτώ εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα και 246 ύποπτα περιστατικά, αν και οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο πραγματικός αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος.
{https://x.com/CBSNews/status/2056409851664781585}
Το πρώτο γνωστό θύμα ήταν εργαζόμενος στον τομέα της υγείας, ο οποίος εμφάνισε πυρετό, εμετούς και αιμορραγία πριν καταλήξει στις 24 Απριλίου σε ιατρικό κέντρο της Μπούνια, πρωτεύουσας της Ιτούρι.
Ο υπουργός Υγείας του Κονγκό, Σαμουέλ Ροζέ Καμπά, αποκάλυψε ότι στην κηδεία του θύματος συμμετείχαν δεκάδες άτομα που άγγιζαν τη σορό, θεωρώντας ότι ο θάνατος οφειλόταν σε «μυστικιστική ασθένεια», γεγονός που επιτάχυνε δραματικά τη μετάδοση του ιού.
Ο πρώην δήμαρχος της πόλης Μονγκμπβάλου, Ζαν-Πιερ Μπαντόμπο, δήλωσε στο Reuters ότι μόνο στην περιοχή του σημειώθηκαν 60 έως 80 θάνατοι, με έξι έως οκτώ θανάτους ημερησίως, γεγονός που ανάγκασε τις τοπικές αρχές να ειδοποιήσουν τις υγειονομικές υπηρεσίες.
Σημαντικά προβλήματα παρουσιάστηκαν και στη διαδικασία διάγνωσης. Το τοπικό εργαστήριο στη Μπούνια χρησιμοποίησε διαγνωστικά τεστ που ήταν σχεδιασμένα αποκλειστικά για το στέλεχος Ζαΐρ του Έμπολα, το οποίο είχε προκαλέσει τις περισσότερες προηγούμενες επιδημίες στη χώρα.
Ωστόσο, η τρέχουσα επιδημία προκαλείται από το στέλεχος Bundibugyo, το οποίο είχε εμφανιστεί τελευταία φορά στο Κονγκό το 2012 και θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνο, με ποσοστό θνησιμότητας που φτάνει το 25% έως 40%.
Ο διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Βιοϊατρικής Έρευνας του Κονγκό, Ζαν-Ζακ Μουγιέμπε, δήλωσε ότι το εργαστήριο της Μπούνια δεν διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό γενετικής ανάλυσης για τον εντοπισμό άλλων στελεχών πέραν του Ζαΐρ.
{https://x.com/Reuters/status/2056427093509231091}
Αφού τα πρώτα τεστ βγήκαν αρνητικά, τα δείγματα μπήκαν στην άκρη αντί να αποσταλούν στην Κινσάσα για περαιτέρω έλεγχο.
Όταν τελικά εστάλησαν, η μεταφορά έγινε με λανθασμένες συνθήκες θερμοκρασίας, ενώ οι ποσότητες των δειγμάτων ήταν εξαιρετικά μικρές, περιορίζοντας τη δυνατότητα εργαστηριακών εξετάσεων.
Ο ΠΟΥ αναγνώρισε σε εσωτερικά έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του Reuters ότι υπήρξε «κρίσιμο κενό τεσσάρων εβδομάδων» ανάμεσα στα πρώτα συμπτώματα και την επιβεβαίωση της επιδημίας, γεγονός που υποδηλώνει χαμηλό επίπεδο υποψίας από τους επαγγελματίες υγείας.
Παράλληλα, οι περικοπές στη διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια φαίνεται ότι επιδείνωσαν την κατάσταση. Ο Λιεβέν Μπανγκάλι, ανώτερος συντονιστής υγείας της International Rescue Committee στο Κονγκό, υποστήριξε ότι χρόνια υποχρηματοδότησης και πρόσφατες περικοπές έχουν αποδυναμώσει σοβαρά τα συστήματα επιτήρησης ασθενειών στην ανατολική χώρα.
Όπως σημείωσε, ακόμη και βασικός προστατευτικός εξοπλισμός για το ιατρικό προσωπικό, όπως οι στολές PPE, είναι πλέον σχεδόν ανύπαρκτος στην περιοχή της Ιτούρι.
Με πληροφορίες του Reuters






























